Κατά 5% αυξάνονται ετησίως οι μισθοί στον ιδιωτικό τομέα

Κατά 5% αυξάνονται ετησίως οι μισθοί στον ιδιωτικό τομέα

Με αυτόν τον ρυθμό αναμένεται να φτάσουν στα 1.500 ευρώ μεικτά έως το 2027

3' 38" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Με μέσο ρυθμό αύξησης κοντά στο 5%, οι μισθοί στον ιδιωτικό τομέα κινούνται σε τροχιά προσέγγισης του στόχου των 1.500 ευρώ έως το 2027, ωστόσο οι διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας, με αιχμή τη χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας, δημιουργούν ένα σύνθετο σκηνικό για το 2026. Στο οποίο πρέπει να προστεθεί η πρόσφατη κοινωνική συμφωνία μεταξύ κυβέρνησης και κοινωνικών εταίρων, για ενδυνάμωση των συλλογικών διαπραγματεύσεων και αύξηση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας.

Αν και όλοι γνωρίζουν πως η επαναφορά των μισθών στα προ της οικονομικής κρίσης επίπεδα δεν είναι μια εύκολη διαδικασία –σήμερα η κάλυψη των εργαζομένων από συλλογικές συμβάσεις βρίσκεται σημαντικά κάτω από 30%– με την ισχύ της συμφωνίας μπαίνουν οι βάσεις και δημιουργείται το απαραίτητο πλαίσιο ώστε μέσω των διαπραγματεύσεων να αυξηθούν οι μισθοί.

Αναλυτικά, οι προβλέψεις για το 2026 συγκλίνουν στη συνέχιση της ανοδικής τάσης των μισθών στον ιδιωτικό τομέα, με μέσους ετήσιους ρυθμούς αύξησης γύρω στο 5%. Με δεδομένο ότι ο μέσος μεικτός μισθός στον ιδιωτικό τομέα διαμορφωνόταν την άνοιξη του 2024 περίπου στα 1.325 ευρώ, οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι έως τον Απρίλιο του 2026 θα μπορούσε να φτάσει στα 1.461-1.470 ευρώ, εφόσον δεν υπάρξουν σοβαρές ανατροπές στο μακροοικονομικό περιβάλλον.

Τα ποσά αφορούν την πλήρη απασχόληση, καθώς εάν συνυπολογιστούν και οι μισθοί της μερικής απασχόλησης, τότε τα πράγματα είναι πολύ πιο δύσκολα. Σύμφωνα δε με τα πλέον πρόσφατα στοιχεία του ΕΦΚΑ και τις Αναλυτικές Περιοδικές Δηλώσεις (ΑΠΔ) που υποβάλλουν στον φορέα οι επιχειρήσεις, τον Μάιο του 2025, ο μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης διαμορφώθηκε στα 1.369,07 ευρώ. Εάν βέβαια συνυπολογιστεί και ο μέσος μισθός των εργαζομένων με μερική απασχόληση, τότε συνολικά ο μέσος μισθός στον ιδιωτικό τομέα δεν ξεπερνούσε τα 1.192,5 ευρώ.

Οι 3 πυλώνες του σχεδίου

Το κυβερνητικό σχέδιο για αύξηση του μέσου μισθού στην Ελλάδα, στα 1.500 ευρώ, έως το 2027 βασίζεται σε τρεις πυλώνες: στις διαδοχικές αυξήσεις του κατώτατου μισθού, στην επαναφορά των τριετιών και στην ενίσχυση των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Στο επίκεντρο των παρεμβάσεων βρίσκεται η προσπάθεια για μια νέα «κοινωνική συμφωνία» στην αγορά εργασίας, με στόχο την αύξηση της κάλυψης των εργαζομένων από συλλογικές συμβάσεις. Η κυβέρνηση και ιδιαίτερα η ηγεσία του υπουργείου Εργασίας προσδοκά ότι μέσω ενός πενταετούς σχεδίου δράσης, το οποίο αναμένεται να νομοθετηθεί στις αρχές του έτους, θα διευκολυνθεί η υπογραφή νέων κλαδικών και επιχειρησιακών συμβάσεων.

Τον Μάιο του 2025, ο μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης διαμορφώθηκε στα 1.369,07 ευρώ μεικτά.

Ωστόσο, η σημερινή εικόνα παραμένει περιορισμένη. Το πρώτο εξάμηνο του 2025 είχαν υπογραφεί μόλις 25 κλαδικές συμβάσεις και περίπου 170 επιχειρησιακές συμφωνίες, ενώ πολλές από τις υφιστάμενες κλαδικές συμβάσεις λήγουν το 2026. Η μεγαλύτερη κάλυψη εντοπίζεται στον επισιτιστικό και ξενοδοχειακό κλάδο και ακολουθεί η σύμβαση της ΟΤΟΕ, χωρίς όμως να αλλάζει ουσιαστικά ο συνολικός χάρτης.

Τι συστήνει η ΤτΕ

Την ίδια ώρα, η Τράπεζα της Ελλάδος κρατάει σαφώς πιο επιφυλακτική στάση. Στις τελευταίες εκθέσεις της επισημαίνει ότι οι μισθολογικές αυξήσεις δεν συνοδεύονται από αντίστοιχη άνοδο της παραγωγικότητας της εργασίας, γεγονός που εγκυμονεί κινδύνους για την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

Σύμφωνα με την ΤτΕ, η Ελλάδα εξακολουθεί να υπολείπεται σημαντικά του ευρωπαϊκού μέσου όρου στην παραγωγικότητα, με αποτέλεσμα οι αυξήσεις μισθών να μεταφράζονται ευκολότερα σε αυξημένο κόστος παραγωγής και πληθωριστικές πιέσεις. Ετσι, παραμένει ισχυρή η σύσταση για μετριοπαθείς αυξήσεις, σε συνδυασμό με επενδύσεις σε δεξιότητες και τεχνολογία. Ειδικά στην Ενδιάμεση Εκθεση για τη Νομισματική Πολιτική, η Κεντρική Τράπεζα ξεκαθαρίζει ότι η αύξηση των αμοιβών δεν πρέπει να γίνεται εις βάρος της παραγωγικότητας και να επιβαρύνει το μοναδιαίο κόστος εργασίας, καθώς κάτι τέτοιο θα υπονόμευε την ανταγωνιστικότητα της εγχώριας οικονομίας.

Στην πράξη, η ΤτΕ ζητεί να αυξηθεί το ποσοστό συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό γυναικών, νέων και συνταξιούχων, καθώς και τον επαναπατρισμό των Ελλήνων του εξωτερικού με υψηλές δεξιότητες (brain regain), επισημαίνοντας ότι η σημαντική μείωση της ανεργίας έχει περιορίσει τη δυνατότητα εύρεσης εργαζομένων από τις επιχειρήσεις, καθώς έχει αυξήσει τη στενότητα στην αγορά εργασίας. Ως αποτέλεσμα, οι επιχειρήσεις δυσκολεύονται να προσλάβουν το απαραίτητο προσωπικό, με συνέπεια είτε να μην μπορούν να φθάσουν στο μέγιστο της παραγωγικής τους ικανότητας, είτε να αναγκάζονται να προσφέρουν υψηλότερους μισθούς για να προσελκύσουν ή να διατηρήσουν τους εργαζομένους.

Ετσι, επισημαίνει η Κεντρική Τράπεζα, παρατηρούμε αύξηση του κόστους εργασίας με υψηλότερους ρυθμούς σε σχέση με την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση του μοναδιαίου κόστους εργασίας, η οποία ενδέχεται να οδηγήσει στην επιδείνωση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. «Γι’ αυτόν τον λόγο, η αύξηση των αμοιβών πρέπει να είναι ισορροπημένη», καταλήγει.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT