Υπέρ της αξιοποίησης των δημοσιονομικών πλεονασμάτων για την πρόωρη αποπληρωμή του δημόσιου χρέους τάσσονται έξι στους δέκα οικονομολόγους που συμμετέχουν στο Ελληνικό Πάνελ Οικονομολόγων του ΚΕΦίΜ, σύμφωνα με τα αποτελέσματα της σχετικής ερώτησης για τον Νοέμβριο.
Η κυβερνητική στρατηγική διαχείρισης του χρέους στηρίζεται στη συστηματική χρήση τόσο των πλεονασμάτων όσο και του αποθεματικού ρευστότητας, με στόχο την πρόωρη εξόφληση δανείων που φέρουν υψηλότερο κόστος ή αυξημένο μελλοντικό κίνδυνο. Στο πλαίσιο αυτό, από το 2022 έως σήμερα η Ελλάδα έχει προχωρήσει σε διαδοχικές πρόωρες αποπληρωμές δανείων του πρώτου μνημονίου. Η πιο πρόσφατη, ύψους περίπου 5,3 δισ. ευρώ, αναμένεται να ολοκληρωθεί εντός του 2025. Συνολικά, οι πρόωρες αποπληρωμές της τελευταίας τριετίας υπερβαίνουν τα 20 δισ. ευρώ, ενώ από το 2022 έχει ολοκληρωθεί και η πλήρης εξόφληση των υποχρεώσεων προς το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.
Στην έρευνα συμμετείχαν 21 Ελληνίδες και Ελληνες οικονομολόγοι. Το 62% θεωρεί ορθή τη χρήση των πλεονασμάτων για την πρόωρη αποπληρωμή του δημόσιου χρέους, το 10% εκφράζει αντίθεση, ενώ το 29% τοποθετείται σε ενδιάμεση στάση. Τα ποσοστά αθροίζουν 101% λόγω στρογγυλοποίησης. Στα σχόλιά τους οι οικονομολόγοι επισημαίνουν ότι, παρά τη σημαντική πρόοδο των τελευταίων ετών, το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ παραμένει σε υψηλά επίπεδα. Το γεγονός αυτό, όπως σημειώνουν, θα μπορούσε να καταστήσει την ελληνική οικονομία ευάλωτη σε μια μελλοντική κρίση. Υπό αυτή την οπτική, η περαιτέρω μείωσή του αξιολογείται ως στρατηγικός στόχος που ενισχύει τη μακροπρόθεσμη δημοσιονομική σταθερότητα, βελτιώνει τη βιωσιμότητα του χρέους και ενδυναμώνει την αξιοπιστία της χώρας στις διεθνείς αγορές. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη σημασία των πρόωρων αποπληρωμών ενόψει της λήξης, μετά το 2032, της περιόδου χάριτος που συμφωνήθηκε στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους το 2018. Την ίδια στιγμή, αρκετοί οικονομολόγοι υπογραμμίζουν την ανάγκη προσεκτικής σύγκρισης της πρόωρης αποπληρωμής με εναλλακτικές χρήσεις των πλεονασμάτων, όπως επενδύσεις σε υποδομές, στήριξη της καινοτόμου παραγωγής ή περαιτέρω μείωση της φορολογίας, οι οποίες ενδέχεται να αποφέρουν υψηλότερα αναπτυξιακά οφέλη.

