Ενα στα τρία δάνεια προέρχεται από ευρωπαϊκά προγράμματα

Ενα στα τρία δάνεια προέρχεται από ευρωπαϊκά προγράμματα

Η φθηνή ρευστότητα που προήλθε από ευρωπαϊκούς πόρους συνέβαλε και στη μείωση των επιτοκίων

3' 10" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Από ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά προγράμματα, όπως το Ταμείο Ανάκαμψης, προέρχεται ένα στα τρία δάνεια που χορήγησαν οι τράπεζες τόσο προς τα νοικοκυριά όσο και προς τις επιχειρήσεις το 2025. Η φθηνή ρευστότητα που προήλθε από ευρωπαϊκούς πόρους συνέβαλε και στη μείωση των επιτοκίων, που υπήρξε ωστόσο εντονότερη για τις μεγάλες και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις που είδαν το μέσο επιτόκιο δανεισμού να αποκλιμακώνεται ταχύτερα από το μέσο επιτόκιο δανεισμού των μικρών επιχειρήσεων αλλά και των νοικοκυριών.

Αυτό προκύπτει από την έκθεση νομισματικής πολιτικής της ΤτΕ που αναλύει την εξέλιξη του κόστους δανεισμού για επιχειρήσεις και νοικοκυριά, εκτιμώντας ότι «οι ευνοϊκές συνθήκες άντλησης ρευστότητας των ελληνικών τραπεζών και η βελτίωση της ποιότητας των δανειακών χαρτοφυλακίων τους καθιστούν δυνατή τη συγκράτηση του περιθωρίου επιτοκίου και την περαιτέρω ελάφρυνση του ονομαστικού κόστους δανεισμού». Συνεπικουρούμενη και από τα ευρωπαϊκά κονδύλια η πιστωτική επέκταση προς τις επιχειρήσεις κατέγραψε ρυθμό αύξησης 16% το 10μηνο του 2025, σε αντίθεση με την πιστωτική επέκταση προς τα νοικοκυριά, που ναι μεν ανέκαμψε, αλλά με εξαιρετικά βραδύτερο ρυθμό, της τάξης μόλις του 0,3%. Στα θετικά πάντως είναι ότι για πρώτη φορά μετά τον Οκτώβριο του 2010, ο ετήσιος ρυθμός συρρίκνωσης των τραπεζικών δανείων προς τα νοικοκυριά τους δέκα πρώτους μήνες του 2025 περιορίστηκε καταγράφοντας θετικές τιμές, με τη μεγαλύτερη ώθηση να δίνουν τα καταναλωτικά δάνεια, που καταγράφουν ρυθμό ανόδου 6,6% τον περασμένο Οκτώβριο.

Σε ό,τι αφορά το κόστος χρηματοδότησης, τα επιτόκια των τραπεζικών δανείων προς τα νοικοκυριά υποχώρησαν κατά τη διάρκεια του τρέχοντος έτους, αλλά οι μειώσεις επιτοκίων ήταν συγκριτικά μικρότερες από ό,τι για τις επιχειρήσεις. Ειδικότερα, το μεσοσταθμικό επιτόκιο των στεγαστικών δανείων διαμορφώθηκε το γ΄ τρίμηνο του 2025 μόλις κατά 17 μονάδες χαμηλότερα από τη μέση τιμή του δ΄ τριμήνου του 2024. Στην πραγματικότητα ωστόσο, όπως σημειώνεται στην έκθεση, το κόστος στεγαστικής πίστης ήταν πιο περιορισμένο από ό,τι αποτυπώνεται στα στοιχεία που συγκεντρώνει η ΤτΕ, καθώς σημαντικό μερίδιο (περίπου το 1/3) των στεγαστικών δανείων που χορηγήθηκαν το 10μηνο του 2025 αφορούσε χαμηλότοκα δάνεια συγχρηματοδοτούμενα από προγράμματα της ΕΑΤ, δηλαδή από το πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙ».

Σε ό,τι αφορά το κόστος χρηματοδότησης των επιχειρήσεων, το μεσοσταθμικό επιτόκιο των επιχειρηματικών δανείων έχει υποχωρήσει συνολικά πάνω από 2,5 ποσοστιαίες μονάδες, από την έναρξη της πτωτικής τάσης των επιτοκίων δανεισμού των επιχειρήσεων τον Αύγουστο του 2023. Αποτέλεσμα ήταν να αναστραφεί περίπου το 70% της αύξησης που είχε σημειωθεί κατά την ανοδική φάση του κύκλου των επιτοκίων. Ωστόσο, πιο ωφελημένες είναι οι μεγάλες επιχειρήσεις, αυτές δηλαδή που δανείστηκαν ποσά άνω του 1 εκατ. ευρώ, με επιτόκιο 3,7% έναντι 4,8% που ήταν το αντίστοιχο κόστος το δ΄ τρίμηνο του 2024. Τα δάνεια μεταξύ 250.000 ευρώ έως και 1 εκατ. είχαν μεσοσταθμικό επιτόκιο 4,3% από 5,3% το 2024, ενώ το μεσοσταθμικό επιτόκιο για δάνεια έως 250.000 ευρώ διαμορφώθηκε στο 5,2% έναντι 5,6% το 2024. Η τάση αυτή ερμηνεύει και το ότι τα νέα δάνεια άνω του 1 εκατ. ευρώ αντιπροσώπευαν το 85% της ακαθάριστης ροής επιχειρηματικών δανείων με τακτή λήξη κατά το 10μηνο του 2025. Στην κατηγορία των ωφελημένων ήταν και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις που απορρόφησαν πάνω από το 40% της νέας τραπεζικής χρηματοδότησης.

Στις καταθέσεις, οι μειώσεις των επιτοκίων καταθέσεων στην Ελλάδα υπήρξαν πιο περιορισμένες από ό,τι στη Ζώνη του Ευρώ, με αποτέλεσμα η αρνητική απόκλιση του μέσου επιτοκίου καταθέσεων προθεσμίας της Ελλάδος σε σχέση με το αντίστοιχο της Ζώνης του Ευρώ να περιοριστεί στις 43 μονάδες, έναντι 60 μονάδων το δ΄ τρίμηνο του 2024 και μέγιστης αρνητικής απόκλισης περίπου 120 μονάδων τον Ιανουάριο του 2023. Εντούτοις τα επιτόκια στους προθεσμιακούς λογαριασμούς στη χώρα μας εξακολουθούν να διαμορφώνονται σε επίπεδο χαμηλότερο από το αντίστοιχο μέσο επιτόκιο της Ζώνης του Ευρώ, σημειώνει η ΤτΕ και συγκεκριμένα στο 1,1% για τα νοικοκυριά, έναντι 1,7% το δ΄ τρίμηνο του 2024, και στο 1,7% για τις επιχειρήσεις, δηλαδή περίπου μία ποσοστιαία μονάδα χαμηλότερα έναντι της μέσης τιμής του δ΄ τριμήνου του προηγούμενου έτους.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT