Ευκαιρία αποδείχθηκε φέτος για την Ελλάδα η στροφή των επενδυτών από τα αμερικανικά περιουσιακά στοιχεία προς εκείνα της Ευρωζώνης, λόγω της πολιτικής Τραμπ. Στους μεγάλους κερδισμένους ήταν η Ελλάδα. Η συνετή δημοσιονομική πολιτική, η αναβάθμιση της αξιολόγησης της χώρας από τους οίκους και η περαιτέρω ενίσχυση της αξιοπιστίας της έναντι των διεθνών επενδυτών στηρίζουν το ισχυρό story της ελληνικής οικονομίας.
Οπως διαπίστωσε η Τράπεζα της Ελλάδος, η εισροή κεφαλαίων στην ελληνική αγορά μετοχών, μετά τη δασμολογική καταιγίδα Τραμπ, από τον Μάιο έως το τέλος Νοεμβρίου, σε σχέση με τα συνολικά κεφάλαια υπό διαχείριση, ήταν σημαντικά υψηλότερη έναντι της Ευρωζώνης.
Ειδικότερα, όπως αναφέρει η ΤτΕ στην Ενδιάμεση Εκθεση για τη Νομισματική Πολιτική, η αβεβαιότητα για την οικονομική πολιτική των ΗΠΑ, που προκλήθηκε από την αμφισβήτηση μακροχρόνιων σταθερών της αμερικανικής οικονομίας όπως η ανεξαρτησία των θεσμών και η ελευθερία του εμπορίου, έχει οδηγήσει σε ανακατανομή των διεθνών κεφαλαίων και επαναπατρισμό ευρωπαϊκών κεφαλαίων, κυρίως, επενδυτών, με αποτέλεσμα την αύξηση των επενδυτικών θέσεων στις ευρωπαϊκές αγορές μετοχών και ομολόγων.
Οι σημαντικές εισροές στις συγκεκριμένες αγορές, οι οποίες παρατηρήθηκαν για πρώτη φορά μετά την κρίση χρέους σε περίοδο αναζήτησης ασφαλών καταφυγίων, έχουν ενισχύσει τη θέση της Ευρωζώνης ως εναλλακτικού, ασφαλούς προορισμού επενδυτικών κεφαλαίων. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΤτΕ, αναλογικά με τις υφιστάμενες επενδυτικές θέσεις, η ελληνική οικονομία προσείλκυσε το μεγαλύτερο επενδυτικό ενδιαφέρον μεταξύ των οικονομιών της Ευρωζώνης.
Συγκεκριμένα, από τα μέσα του δευτέρου τριμήνου τα μετοχικά επενδυτικά κεφάλαια που επικεντρώνονται στην ελληνική αγορά κατέγραψαν εισροές οι οποίες κατά μέσον όρο ξεπερνούσαν τα 40 εκατ. δολάρια ανά μήνα, συγκεντρώνοντας 300 εκατ. δολάρια το επτάμηνο Μαΐου – Νοεμβρίου. Η εισροή κεφαλαίων στην ελληνική αγορά μετοχών το διάστημα αυτό, σε σχέση με τα συνολικά κεφάλαια υπό διαχείριση (2,7 δισ. δολ.), ήταν σημαντικά υψηλότερη εκείνης της Ευρωζώνης συνολικά αλλά και των υπόλοιπων οικονομιών της περιοχής. Ειδικότερα, στην Ελλάδα κινήθηκαν στο 11,5% περίπου, έναντι 10% στην Ευρωζώνη συνολικά, κάτω από 10% στη Γερμανία και 2,5% στην Ιταλία. Οπως τονίζει η ΤτΕ, η εξέλιξη αυτή σχετίζεται επίσης με την ευρωστία που επιδεικνύει η ελληνική οικονομία και την ενισχυμένη αξιοπιστία της έναντι των διεθνών επενδυτών, μετά τις συνεχόμενες αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής αξιολόγησής της τα τελευταία έτη.
Συνεπώς, φαίνεται ότι στον βαθμό που η Ευρωζώνη θα συνεχίσει να αντιμετωπίζεται ως ασφαλές καταφύγιο σε περιόδους διεθνούς αβεβαιότητας, η ελληνική οικονομία θα έχει την ευκαιρία να επωφελείται, εξέλιξη που θα επιφέρει μειωμένο κόστος χρηματοδότησης για το ελληνικό Δημόσιο, τις τράπεζες και τις επιχειρήσεις. Στην κατεύθυνση αυτή θα συμβάλουν η μακροοικονομική σταθερότητα και η ευρωστία της ελληνικής οικονομίας, αλλά και η περαιτέρω ενίσχυση της αξιοπιστίας της έναντι των διεθνών επενδυτών.

