Περιορισμένη, άνιση και με σημαντική καθυστέρηση ήταν η μετακύλιση της αύξησης των επιτοκίων από την ΕΚΤ στα επιτόκια καταθέσεων που προσφέρουν οι ελληνικές τράπεζες, με αποτέλεσμα τη διεύρυνση της ψαλίδας μεταξύ επιτοκίων καταθέσεων και δανείων το κρίσιμο διάστημα 2022-2023, όταν τα ευρωπαϊκά επιτόκια βρέθηκαν στο υψηλό του 4%. Η τάση αυτή που συνεχίστηκε και το 2024, όταν δηλαδή τα επιτόκια της ΕΚΤ άρχισαν να μειώνονται, κυριάρχησε την περίοδο του υψηλού πληθωρισμού στη χώρα μας, συμβάλλοντας στην απώλεια εισοδήματος για τα ελληνικά νοικοκυριά, που έβλεπαν τις δόσεις των δανείων τους να αυξάνονται και τις αποδόσεις των χρημάτων που έχουν στις τράπεζες να μένουν είτε καθηλωμένες είτε σε πολύ χαμηλά επίπεδα.
Τα επιτόκια
Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει από την έρευνα που πραγματοποίησε η Επιτροπή Ανταγωνισμού για το καυτό θέμα των επιτοκίων στις καταθέσεις στη χώρα μας, καταλήγοντας ότι η τραπεζική αγορά έχει χαρακτηριστικά ολιγοπωλίου. Οι τέσσερις συστημικές τράπεζες συγκεντρώνουν το 95% των συνολικών καταθέσεων και ίσως για αυτό δεν συμπεριφέρεται σαν αγορά που πιέζεται έντονα από ανταγωνισμό. Και όταν μια αγορά δεν πιέζεται, ο καταναλωτής είναι συνήθως το πρώτο θύμα.
Η άνοδος των επιτοκίων από την ΕΚΤ στην προσπάθειά της να τιθασεύσει τον πληθωρισμό, ξεκίνησε τον Ιούλιο του 2022 και συνεχίστηκε μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2023, οπότε και ξεκίνησε η σταδιακή αποκλιμάκωση για να σταθεροποιηθεί τους τελευταίους μήνες στο 2%. Το ίδιο διάστημα, οι τράπεζες στην Ευρωζώνη αναπροσάρμοσαν τα επιτόκια των δανειακών προϊόντων σχετικά άμεσα και των καταθέσεων με πιο αργό ρυθμό, με εξαίρεση την Ελλάδα και μερικές χώρες ακόμη όπου η αναπροσαρμογή ήταν εξαιρετικά αργή και πολύ περιορισμένη.
Αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης ήταν το επίμαχο διάστημα η διαφορά του μέσου επιτοκίου νέων δανείων και καταθέσεων στην Ελλάδα να είχε αυξηθεί κατά περίπου 58% σε διάστημα σχεδόν 2,5 ετών (από 3,72 εκατοστιαίες μονάδες τον Ιανουάριο 2021 σε 5,89 εκατοστιαίες μονάδες τον Αύγουστο 2023), καθώς τα επιτόκια των δανείων αυξάνονταν ταχύτερα και περισσότερο από τα επιτόκια στις καταθέσεις. Μάλιστα, όπως διαπιστώνει η Επιτροπή Ανταγωνισμού, καθ’ όλη σχεδόν τη διάρκεια του 2022 και του 2023 το περιθώριο επιτοκίου διαρκώς αυξανόταν (με σποραδικές εξαιρέσεις), με αποτέλεσμα από τον Ιανουάριο του 2021 έως τον Δεκέμβριο του 2023 να παρουσιάζει αύξηση κατά 1,84 μονάδες (ήτοι κατά περίπου 50%).
Αφθονη, φθηνή ρευστότητα
Το βασικό επιχείρημα των τραπεζών είναι η πλεονάζουσα ρευστότητα που διαθέτουν, όπως δείχνει η χαμηλή αναλογία δανείων προς καταθέσεις, που διαμορφώνεται στη χώρα μας κοντά στο 60%. Οι τράπεζες προτάσσουν, επίσης, το αυξημένο κόστος χρήματος που έχουν οι ελληνικές τράπεζες για την έκδοση ομολόγων, αλλά και το γεγονός ότι η πλειοψηφία των καταθέσεων στην Ελλάδα που προέρχεται από ιδιώτες είναι πολύ μικρού ύψους. Με απλά λόγια, όταν το σύστημα «κολυμπάει» στη φθηνή ρευστότητα των καταθέσεων δεν έχει λόγο να πληρώσει παραπάνω για να την κρατήσει.
Η κατάσταση αυτή παγιώνεται όταν το σύστημα –λόγω και του ολιγοπωλιακού του χαρακτήρα– δεν τιμωρείται, δηλαδή όταν οι καταθέτες δεν μετακινούνται εύκολα για να αναζητήσουν καλύτερες αποδόσεις. Η Ε.Α. σημειώνει ότι οι καταθέτες επιδεικνύουν αδράνεια στη μετακίνησή τους σε άλλη τράπεζα, αλλά αυτό δεν συμβαίνει επειδή τους είναι αδιάφορο το θέμα των αποδόσεων. Αντίθετα, σε ποσοστό 43% όσοι εμφανίζονται διατεθειμένοι να προχωρήσουν σε άνοιγμα λογαριασμού σε άλλη τράπεζα θα το έκαναν αν το επιτόκιο της υφιστάμενης τράπεζάς τους ήταν σημαντικά χαμηλότερο. Επιπλέον, έξι στους δέκα ιδιώτες θεωρούν ένα ικανοποιητικό επιτόκιο από τα βασικότερα χαρακτηριστικά μιας προθεσμιακής κατάθεσης. Γεγονός, πάντως, είναι ότι μόνο το 11% των ιδιωτών διαθέτει προθεσμιακή κατάθεση και εκτός από την ανεπάρκεια κεφαλαίων που αναδεικνύεται ο βασικότερος λόγος για το 42%, σημαντική παράμετρος για το 21% των ιδιωτών είναι και το μη ικανοποιητικό επιτόκιο.
Το παράδειγμα της Γαλλίας
Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα θα μπορούσε να καταστήσει διαθέσιμα στο καταναλωτικό κοινό καταθετικά προϊόντα με γνήσια αποταμιευτικά χαρακτηριστικά, επισημαίνει η Επιτροπή, παραπέμποντας στα παραδείγματα χωρών όπως η Γαλλία που μέσω ειδικών λογαριασμών –Livret A και του livret d’épargne populaire– προσέφερε επιτόκια έως και τις αρχές του 2025, περί το 3% και 4% και από τον Φεβρουάριο του 2025 ελαφρώς χαμηλότερα (2,4% και 3,5% αντίστοιχα) για καταθέσεις έως 20.000 ευρώ. Αλλη εναλλακτική πρόταση είναι μια μορφή «ρυθμιζόμενου» λογαριασμού ταμιευτηρίου, που ισχύει στο Βέλγιο και εφαρμόζει δύο επιτόκια: ένα επιτόκιο βάσης και ένα προνομιακό επιτόκιο «πίστης». Το επιτόκιο βάσης εφαρμόζεται στο σύνολο του ποσού της κατάθεσης και για ποσά που παραμένουν στον λογαριασμό για ένα έτος, εφαρμόζεται προνομιακό επιτόκιο.
Εν αναμονή της τελικής έκθεσης για το θέμα η Επιτροπή καλεί τις ελληνικές τράπεζες και τα ενδιαφερόμενα μέρη να καταθέσουν τις θέσεις τους μέχρι τις 16 Φεβρουαρίου 2026.

