Μεγάλο το χάσμα παραγωγικότητας Ελλάδας – Ευρωζώνης

Μεγάλο το χάσμα παραγωγικότητας Ελλάδας – Ευρωζώνης

Το ελληνικό ΑΕΠ ανά ώρα εργασίας ήταν το 2024 στο 46% του μέσου όρου της Ευρωζώνης

2' 27" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Οι αριθμοί ευημερούν, αλλά η πραγματική σύγκλιση με την υπόλοιπη Ευρώπη και κυρίως με τις χώρες της Ευρωζώνης δεν έχει ακόμη επιτευχθεί. Ή όπως είπε χαρακτηριστικά χθες η κυρία Αντιγόνη Λυμπεράκη, καθηγήτρια στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, κατά την παρουσίαση της ετήσιας έκθεσης του Εθνικού Συμβουλίου Παραγωγικότητας της Ελλάδας, «επιμένουμε να κάνουμε σύγκριση των επιτευγμάτων μας ως προς την εποχή της κρίσης, ως προς το 2009 κοιτάζοντας μόνο το εισόδημα, ωσάν η εποχή της αστακομακαρονάδας να ήταν μια συμβολαιοποιημένη βεβαιότητα, και κάνουμε πολύ λιγότερη σύγκριση των επιδόσεών μας σε ό,τι αφορά τα διαρθρωτικά θέματα», έχοντας επισημάνει νωρίτερα ότι «ο εφησυχασμός είναι αυτό που προκαλεί τη μεγαλύτερη ανησυχία».

Πράγματι, πέρα από την αύξηση του ΑΕΠ που ήταν ταχύτερη σε σύγκριση με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης την περίοδο 2023-2024 (2,3% έναντι 0,85%), στην Ελλάδα αυξήθηκε και η παραγωγικότητα της εργασίας με ταχύτερους ρυθμούς από ό,τι στην Ευρωζώνη: κατά 1% σε όρους ΑΕΠ ανά εργαζόμενο (1%) έναντι μηδενικής ανάπτυξης στην Ευρωζώνη και ΑΕΠ ανά ώρα εργασίας (0,77%), την ώρα που στην Ευρωζώνη σημειώθηκε μείωση της παραγωγικότητας κατά 0,16%. Ακόμη κι αν οι προβλέψεις για το 2026 είναι θετικές, καθώς η παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας αναμένεται να σημειώσει συνολική αύξηση 2,3% σε όρους ΑΕΠ ανά εργαζόμενο και 2% σε όρους ΑΕΠ ανά ώρα εργασίας σε σύγκριση με το 2024, έναντι προβλεπόμενης αύξησης 1,6% και 1,3% αντιστοίχως στην Ευρωζώνη, η απόσταση παραμένει μεγάλη. Το ελληνικό ΑΕΠ ανά εργαζόμενο παρέμεινε στο περίπου 52% του μέσου όρου της Ευρωζώνης, ενώ το ελληνικό ΑΕΠ ανά ώρα εργασίας ήταν ακόμη χαμηλότερο, δηλαδή 46% του μέσου όρου της Ευρωζώνης. «Αυτά τα χάσματα παραγωγικότητας δεν αναμένεται να μεταβληθούν ουσιαστικά κατά τη διάρκεια του 2025 και του 2026», επισημαίνεται στην έκθεση.

«Ο υψηλότερος ρυθμός ανάπτυξης του ΑΕΠ ήταν αναμενόμενος, λόγω του “ριμπάουντ” της οικονομίας μετά τη μεγάλη πτώση, λόγω κάποιων σωστών επιλογών, αλλά και εξαιτίας του Ταμείου Ανάκαμψης; Μια ανησυχία έχω, τι θα γίνει μετά το 2027 που το Ταμείο Ανάκαμψης θα σταματήσει να υπάρχει», αναρωτήθηκε ο κ. Αποστόλης Φιλιππόπουλος, καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών. «Η Ελλάδα πηγαίνει καλά, υπάρχει όμως θέμα βιωσιμότητας και ανθεκτικότητας της ανάπτυξης», υποστήριξε με τη σειρά του ο κ. Ηλίας Καραγιάννης, καθηγητής του George Washington University.

Παρά τη δημοσιονομική βελτίωση, η έκθεση διαπιστώνει διαρθρωτικές αδυναμίες στη δημόσια διοίκηση και στην αποτελεσματικότητα της κυβέρνησης, η οποία παραμένει κάτω από τα προ κρίσης επίπεδα και τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Επίσης, η Ελλάδα κατατάσσεται μεταξύ των χωρών με τα υψηλότερα επίπεδα δημοσίων δαπανών (ως ποσοστό του ΑΕΠ) και αισθητά χαμηλά επίπεδα απόδοσης του δημόσιου τομέα. Οι δαπάνες για έρευνα και ανάπτυξη ήταν υπερδιπλάσιες το 2023 σε σύγκριση με το 2014, όμως το σύστημα καινοτομίας παραμένει σε μεγάλο βαθμό δημόσιο και ακαδημαϊκά προσανατολισμένο. Η Ελλάδα έχει απολέσει έδαφος στη συνολική ανταγωνιστικότητα, 50ή μεταξύ 69 οικονομιών, ενώ παραμένει σημαντικά εξαρτημένη από τις εισαγωγές.

Σύμφωνα με την έκθεση, είναι κρίσιμες η βελτίωση της ποιότητας των επενδύσεων και η άμεση αντιμετώπιση των θεσμικών αδυναμιών στη δημόσια διοίκηση, στο κράτος δικαίου, στη διαφάνεια και στη λογοδοσία.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT