Μια επίσκεψη που δεν πρέπει να περάσει στα «ψιλά γράμματα»

Μια επίσκεψη που δεν πρέπει να περάσει στα «ψιλά γράμματα»

Το πρόσφατο ταξίδι του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στη Σιγκαπούρη

6' 22" χρόνος ανάγνωσης

Το τελευταίο διάστημα, εξαιτίας του πολέμου στην Ουκρανία ή του εμπορικού ανταγωνισμού ΗΠΑ–Κίνας, έχει επικρατήσει η άποψη ότι η παγκοσμιοποίηση έχει τελειώσει ή ότι ο κόσμος εισέρχεται σε περίοδο κατακερματισμού. Όμως η πρόσφατη επίσκεψη του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στη Σιγκαπούρη (20–21 Νοεμβρίου), όπου συμμετείχε στο Bloomberg New Economy Forum και είχε επίσημες συναντήσεις με τον πρωθυπουργό Lawrence Wong και τον πρόεδρο Tharman Shanmugaratnam, διαψεύδει αυτό το αφήγημα· αντίθετα, υποδηλώνει ότι η παγκοσμιοποίηση δεν τελείωσε—συνεχίζεται, προσαρμόζεται και μετασχηματίζεται.

Σε μια εποχή όπου η Ασία αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη σημασία ως κέντρο βάρους της παγκόσμιας οικονομίας, προτάσσοντας ένα διαφορετικό πολιτικοοικονομικό μοντέλο ανάπτυξης, η επίσκεψη του Έλληνα πρωθυπουργού σηματοδοτεί τη σκιαγράφηση μιας νέας στρατηγικής στους κόλπους του ελληνικού κράτους—ευπρόσδεκτη, έστω και αργοπορημένη.

Η προφητεία του Άνταμ Σμιθ

Εδώ είναι χρήσιμο να θυμηθούμε τι είπε ο Άνταμ Σμιθ—που θεωρείται ο “πατέρας” της οικονομικής επιστήμης, αλλά συχνά και λανθασμένα παρουσιάζεται ως πνευματικός πρόδρομος του “νεοφιλελευθερισμού” της Σχολής του Σικάγου—και να κάνουμε μια σύντομη ιστορική αναδρομή. Στον Πλούτο των Εθνών σημειώνει ότι τα δύο σημαντικότερα γεγονότα στην ιστορία της ανθρωπότητας είναι η ανακάλυψη των θαλάσσιων οδών προς την Αμερική και προς την Ασία από την Ευρώπη: δηλαδή τα ταξίδια του Χριστόφορου Κολόμβου το 1492 και του Βάσκο ντα Γκάμα το 1498, τα οποία, όπως το διατυπώνει με εντυπωσιακά ουμανιστικό τρόπο, ένωσαν ολόκληρο τον κόσμο για πρώτη φορά στην ιστορία.

Ο Σμιθ επισημαίνει ότι, ενώ η παγκόσμια αυτή διασύνδεση θα έπρεπε να ωφελήσει όλους τους λαούς και να οδηγήσει σε μια κατάσταση αμοιβαίου οφέλους μέσω του ορθώς νοούμενου ελεύθερου εμπορίου, κάτι τέτοιο δεν συνέβη. Η στρατιωτική υπεροχή της Ευρώπης ήταν τόσο συντριπτική, ώστε οι πρώτες αυτές συναντήσεις ανάμεσα στα διάφορα μέρη του κόσμου προκάλεσαν καταστροφή στους αυτόχθονες πληθυσμούς των “Ανατολικών και Δυτικών Ινδιών”, όπως τους αποκαλεί το 1776. Προβλέπει μάλιστα ότι κάποια μέρα θα
υπάρξει μια επαναστάθμιση ισχύος στον κόσμο—και ότι αυτή θα προέλθει μέσω του εμπορίου. Διότι το εμπόριο θα εξαπλώσει ιδέες και θα επιτρέψει στις περιοχές που τότε βρίσκονταν υπό ευρωπαϊκή κυριαρχία να αναπτυχθούν και να αποκαταστήσουν μια διεθνή δικαιοσύνη βασισμένη σε ισοτιμία ισχύος. Κι όλα αυτά τα έγραφε πριν από 249 χρόνια.

Και τώρα βρισκόμαστε ακριβώς σε αυτήν την περίοδο. Το διεθνές εμπόριο—ο ίδιος μηχανισμός που επέτρεψε την άνοδο της Κίνας—οδηγεί σε μια παγκόσμια επαναστάθμιση ισχύος. Στις ΗΠΑ του Τραμπ βλέπουμε μια αντίδραση, μια εξέγερση του τελευταίου προπυργίου της δυτικής ιμπεριαλιστικής ισχύος απέναντι στην άνοδο του υπόλοιπου κόσμου. Είναι μια αντίδραση καταδικασμένη να αποτύχει, με όσο το δυνατόν λιγότερες, ελπίζουμε, απώλειες και πολέμους στο μεταξύ. Δεν μπορεί να πετύχει, γιατί ο Άνταμ Σμιθ είχε δίκιο: ο κόσμος τείνει να εξισορροπείται με την πάροδο του χρόνου.

Η Ασία ως αναδυόμενο κέντρο του κόσμου

Γεωπολιτικά, ο κόσμος επανασταθμίζεται και, πάνω απ’ όλα, αυτό που βλέπουμε είναι η άνοδος της Ασίας, η οποία συγκεντρώνει περίπου το 60% του παγκόσμιου πληθυσμού—άρα και μεγάλο μέρος της ανθρώπινης ιστορίας. Αυτό ακριβώς αναδεικνύει η επίσκεψη του Πρωθυπουργού. Γιατί όμως η επιλογή της Σιγκαπούρης; Η Ασία δεν είναι ενιαία. Αποτελεί ένα συναρπαστικό μωσαϊκό διαφορετικών περιοχών και τροχιών ανάπτυξης.

Μια επίσκεψη που δεν πρέπει να περάσει στα «ψιλά γράμματα»-1Παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα και η Σιγκαπούρη διατηρούν διπλωματικές σχέσεις εδώ και δεκαετίες, οι επισκέψεις Ελλήνων πρωθυπουργών στη δυναμική αλλά κατά πολύ άγνωστη σε εμάς πόλη-κράτος της Ασίας είναι εξαιρετικά σπάνιες. Τα αρχεία καταγράφουν μόλις μία ακόμη, πέρα από την πρόσφατη του Κυριάκου Μητσοτάκη: μια σύντομη στάση του Ανδρέα Παπανδρέου το 1986 (βλ. εικόνα).

Εδώ είναι μάλλον απαραίτητη ακόμη μία σύντομη ιστορική αναδρομή. Στον 19ο αιώνα, όταν η ευρωπαϊκή αποικιοκρατία κυριάρχησε στην Ασία και την Αφρική, υπήρχε μία ασιατική χώρα που απέφυγε τόσο την άμεση όσο και την έμμεση αποικιοποίηση: η Ιαπωνία.

Η Ιαπωνία αντέδρασε στην αμερικανική πίεση—ο στόλος των ΗΠΑ έφτασε στον κόλπο του Τόκιο τη δεκαετία του 1850, σε ένα από τα χαρακτηριστικά επεισόδια της “πολιτικής των κανονιοφόρων” του 19ου αιώνα—με μια αποφασιστική “καπιταλιστική επανάσταση”, όπως την αποκαλεί ο Αμερικανός οικονομολόγος Τζέφρεϊ Σακς: τη Μεταρρύθμιση Μεΐτζι του 1868. Η ιαπωνική ηγεσία είπε ουσιαστικά: “Πρέπει να οργανωθούμε, αλλιώς θα υποταχθούμε σε αυτούς τους δυτικούς βαρβάρους.” Και πράγματι οργανώθηκαν με τρόπο αξιοθαύμαστο—τα αποτελέσματα του οποίου όλοι γνωρίζουμε.

Συγκρότησαν μια επιτροπή—την περίφημη Iwakura Mission—για να περιηγηθεί τον κόσμο και να μελετήσει τις καλύτερες πρακτικές των ισχυρών χωρών της Δύσης. Η επιτροπή επέστρεψε με 18 τόμους παρατηρήσεων και, στις αρχές της δεκαετίας του 1870, η Ιαπωνία εφάρμοσε ριζικές μεταρρυθμίσεις που οδήγησαν στον πρώτο βιομηχανικό εκσυγχρονισμό της Ασίας.

Τα πήγαν τόσο καλά που από το 1895, ενταγμένοι πλέον στο “κλαμπ” των ισχυρών, έγιναν η πρώτη μη δυτική ιμπεριαλιστική δύναμη: εισέβαλλαν επανειλημμένα στην Κίνα από το 1894 έως το 1945 και αποικιοποίησαν την Ταϊβάν και την Κορέα, με ολέθριες συνέπειες αντίστοιχες με εκείνες του ναζιστικού καθεστώτος στην Ευρώπη. Μετά την ήττα στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Ιαπωνία ανέκαμψε εντυπωσιακά μέσα σε περίπου 15 χρόνια, με σημαντική στήριξη από τις ΗΠΑ, που επιδίωκαν να δημιουργήσουν ανάχωμα απέναντι στον κομμουνισμό.

Κατά συνέπεια, η Ιαπωνία είναι υπεύθυνη για την ανάπτυξη ενός μοντέλου κρατικού καπιταλισμού, δηλαδή ενός συστήματος όπου το κράτος καθοδηγεί στρατηγικά την οικονομική ανάπτυξη μέσω στενής συνεργασίας με τον ιδιωτικό τομέα, μακροπρόθεσμου σχεδιασμού και στοχευμένων βιομηχανικών πολιτικών. Το μοντέλο αυτό κυριάρχησε στην Ανατολική Ασία και αντιγράφηκε πρώτα από τη Σιγκαπούρη, όπου ο πρώτος πρωθυπουργός της, ο Λι Κουάν Γιου, υιοθέτησε πολλές από τις ιαπωνικές πρακτικές—από την εκπαίδευση και τη δημόσια διοίκηση έως τον ρόλο των κρατικών επενδυτικών εταιρειών—προκειμένου να μεταμορφώσει το νησιωτικό κράτος σε μία από τις πιο επιτυχημένες οικονομίες του κόσμου και σε μία από τις λεγόμενες “Ασιατικές Τίγρεις”: Ταϊβάν, Κορέα, Σιγκαπούρη, Χονγκ Κονγκ. Σε αυτό το μοντέλο, οι κρατικοί οργανισμοί (όπως οι περίφημες GLCs—Government-Linked Companies) λειτούργησαν ως εργαλεία εκβιομηχάνισης, τεχνολογικής πρωτοπορίας και προσέλκυσης επενδύσεων.

Έπειτα, ο Ντενγκ Σιαοπίνγκ, που διαδέχθηκε τον Μάο το 1978 στην Κίνα, επισκέφθηκε τον Λι Κουάν Γιου στη Σιγκαπούρη και με τη σειρά του εφάρμοσε το Σιγκαπουριανό μοντέλο—ουσιαστικά το ιαπωνικό μοντέλο—το οποίο ο ίδιος παρουσίασε ως “Σοσιαλισμό με κινεζικά χαρακτηριστικά”. Έτσι πέτυχε να μετασχηματίσει τη χώρα σε τέτοιο βαθμό, ώστε 1,4 δισεκατομμύρια άνθρωποι μέσα σε 40 χρόνια να φτάσουν σε επίπεδα υψηλού εισοδήματος, ενώ η Κίνα μετατράπηκε σε τεχνολογικά προηγμένη δύναμη που σήμερα ανταγωνίζεται τις ΗΠΑ.

Το Suzhou ως ζωντανό παράδειγμα

Ως κάτοικος και εργαζόμενος στο Σουτζόου της Κίνας, όπου βρίσκεται το πανεπιστήμιό μου (Xi’an Jiaotong–Liverpool University), βλέπω καθημερινά τα αποτελέσματα αυτού του μοντέλου. Το Suzhou αποτελεί μια από τις σημαντικότερες ζώνες καινοτομίας στην Κίνα, με πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα, πολυεθνικές εταιρείες, τεχνολογικά πάρκα και κρίσιμες υποδομές μεταφορών—όπως ο ταχύς σιδηρόδρομος και το ευρύ σύστημα διασυνδεδεμένων μέσων μεταφοράς.

Και όλα αυτά δεν είναι μόνο κινεζική υπόθεση. Το Suzhou Industrial Park αναπτύχθηκε από κοινού με τη Σιγκαπούρη, με τεχνική τεχνογνωσία της Jurong Town Corporation (JTC)—μιας ισχυρής κρατικής εταιρείας ανάπτυξης βιομηχανικών ζωνών—και με τη συμμετοχή της κινεζικής κυβέρνησης. Το αποτέλεσμα είναι ένα διεθνώς αναγνωρισμένο πρότυπο βιομηχανικής στρατηγικής και τεχνολογικής αναβάθμισης.

Ζώντας μέσα σε αυτό το περιβάλλον, αντιλαμβάνομαι καθημερινά τι σημαίνει συνεκτική κρατική στρατηγική: επενδύσεις σε υποδομές, συντονισμένη ανάπτυξη τεχνολογίας και βιομηχανίας, προσέλκυση διεθνών εταιρειών, ολοκληρωμένος σχεδιασμός πόλης και μεταφορών.

Και η Ελλάδα;

Γι’ αυτό ακριβώς η επίσκεψη του Κυριάκου Μητσοτάκη στη Σιγκαπούρη είναι σημαντική. Η Ελλάδα χρειάζεται ένα αντίστοιχο αφήγημα και σχέδιο οικονομικού εκσυγχρονισμού: επενδύσεις σε κρίσιμες υποδομές μεταφορών—λιμάνια, σιδηρόδρομο, logistics—αλλά και σε τεχνολογία, πανεπιστήμια, καινοτομία και βιομηχανικά πάρκα. Μια στρατηγική που θα συμπληρώσει—και θα υπερβεί χωρίς να αναιρεί—την τρέχουσα ανάπτυξη του real estate και του τουρισμού.

Η Σιγκαπούρη, η Ιαπωνία και η Κίνα έδειξαν ότι η γεωοικονομική επιτυχία δεν είναι θέμα τύχης, αλλά αποτέλεσμα μακρόπνοου σχεδιασμού και στοχευμένης κρατικής καθοδήγησης—σε αυτόν τον τομέα η Ελλάδα σαφώς υστερεί. Το ερώτημα, λοιπόν, είναι αν η χώρα μπορεί—και αν πραγματικά θέλει—να περάσει από το στάδιο των αποσπασματικών πρωτοβουλιών σε μια συνεκτική στρατηγική οικονομικής ανάπτυξης.

Σε αυτό το πλαίσιο, η επίσκεψη Μητσοτάκη στη Σιγκαπούρη δεν θα πρέπει να περνά στα «ψιλά γράμματα».

*Ο κ. Δημήτρης Κητής είναι επίκουρος καθηγητής Κοινωνιογλωσσολογίας, Xi’an Jiaotong – Liverpool University.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT