Πολλούς μήνες μετά το λάβαρο των δασμών που σήκωσε ο Ντόναλντ Τραμπ υποσχόμενος εμπορική «απελευθέρωση», η οικονομία των ΗΠΑ συνεχίζει να τρέχει γύρω στο 2%, το παγκόσμιο εμπόριο ακόμα αναπνέει, οι αγορές δεν έχουν πανικοβληθεί. Μικρό το κακό; Οχι ακριβώς.
Διότι άλλο το «δεν κατέρρευσε» η παγκόσμια οικονομία και άλλο το «πάει καλά». Αυτό που έχει πάθει είναι χειρότερο. Zει σε μόνιμη ομηρία. Κάθε κλάδος, κάθε χώρα (χθες ο Καναδάς), κάθε επιχειρηματίας περιμένει την επόμενη απόφαση, τον επόμενο δασμό, την επόμενη εξαίρεση. Επειτα από κάθε δήλωσή του, αλλάζουν χέρια «χαρτιά» δισεκατομμυρίων. Δεν υπάρχει καταστροφή. Υπάρχει αβεβαιότητα. Τελευταία τα στοιχεία δείχνουν ότι οι ξένοι επενδυτές μειώνουν την κατοχή αμερικανικού χρέους, ενώ πολλοί πιστεύουν ότι ένα μέρος των ομολόγων μπορεί να έχει χρησιμοποιηθεί ως εξασφάλιση στον χώρο των κρυπτονομισμάτων. Ολα αυτά συμβαίνουν ενώ πλησιάζει η ώρα της μεγάλης μάχης μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας και ενώ η κρίση με τη Μόσχα συνεχίζει να σιγοκαίει.
Σε αυτό το περιβάλλον εξαιρετικής αστάθειας και αβεβαιότητας, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας, με την ψυχραιμία ακαδημαϊκού που έχει περάσει από την κόλαση της κρίσης, υπενθύμισε ότι η χώρα ξαναβρήκε αξιοπιστία. Δανείζεται φθηνά. Φέρνει επενδύσεις. Εχει συστημικές τράπεζες που λειτουργούν. Είμαστε σε μια φάση σχετικής ομαλότητας. Και προειδοποίησε, χωρίς τυμπανοκρουσίες, ότι αυτό μπορεί να φύγει όπως ήρθε, αν δεν προσέξουμε. Διότι η οικονομία λειτουργεί μέσα σε περιβάλλον προσδοκιών. Αν αυτό το περιβάλλον, που τείνει να χαρακτηριστεί ήδη προεκλογικό, φορτιστεί με τοξικότητα, αβεβαιότητα, υποσχέσεις χωρίς αντίκρισμα, διαρκείς συγκρούσεις χωρίς προσανατολισμό, τότε οι αγορές και οι επενδυτές δεν κάθονται να δουν «ποιος έχει δίκιο». Φεύγουν. Ή τουλάχιστον περιμένουν. Κι όταν οι επενδύσεις περιμένουν, η οικονομία δεν λειτουργεί.
Η εμπιστοσύνη στις αγορές κερδίζεται με κόπο και χάνεται σε ένα βράδυ. Οχι επειδή κάποιος κάνει ένα λάθος, αλλά επειδή πολλοί αρχίζουν να αμφιβάλλουν ταυτόχρονα. Διεθνώς, οι δασμοί δεν κατέστρεψαν τις οικονομίες. Τις εγκλώβισαν στη λογική της αβεβαιότητας. Στην Ελλάδα, δεν χρειάζεται να περιμένουμε μια εξωτερική κρίση για να μπούμε σε αυτή τη λογική. Αρκεί μια παρατεταμένη περίοδος πολιτικής έντασης.
Σε ένα τέτοιο σενάριο, η οικονομία θα αρχίσει απλώς να χάνει αυτά που τώρα θεωρεί δεδομένα – χαμηλά επιτόκια, αυξημένες επενδύσεις, θετικές αξιολογήσεις. Και όπως διεθνώς, έτσι και εδώ, η υποχώρηση αυτή δεν θα γίνει με σεισμό. Θα γίνει με μια αργή διολίσθηση που λίγοι θα προσέξουν εγκαίρως. Ετσι όμως χαλάει το κλίμα…

