Πέρυσι πρωταγωνιστούσαν οι τράπεζες. Φέτος, είναι η σειρά των κρατών. Η οικονομική κρίση επανέρχεται δριμύτερη και απειλεί με χρεοκοπία ολόκληρες χώρες. Οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ενωσης καταβάλλουν κάθε προσπάθεια για να αποτρέψουν μια οικονομική καταστροφή στην Ευρωζώνη. Την εβδομάδα που πέρασε, η προσοχή όλων ήταν στραμμένη στην Ελλάδα. Μια αδυναμία εξυπηρέτησης των ελληνικών χρεών θα είναι πρωτόγνωρο γεγονός στην Ε. Ε. Μετά τη χάραξη ενός σχεδίου διάσωσης, με τη συμβολή, πρωτίστως, της Γερμανίας, υπάρχουν πολλές πιθανότητες να ακολουθήσουν κι άλλα κράτη-μέλη. Οι αγορές ομολόγων αντανακλούν την ανησυχία που επικρατεί για τη δυνατότητα της Ισπανίας, της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας να αποπληρώσουν τα χρέη τους. Ετσι οι κυβερνήσεις οδηγούνται στην κλασική λύση αύξησης των φόρων και μείωσης των δαπανών όταν επικρατεί περιβάλλον ύφεσης.
Αλλά οι χώρες αυτές δεν είναι οι μόνες που υιοθετούν πολιτικές αναδίπλωσης. Η Κίνα -δικαίως- περιορίζει με μέτρα τη χορήγηση δανείων για να μην εκτροχιαστεί ο πληθωρισμός και δημιουργηθούν καταστροφικές υπεραξίες στις αγορές. Η κεντρική τράπεζα της Ινδίας αύξησε τα κριτήρια κεφαλαιακών αποθεμάτων των τραπεζών και στη Βραζιλία απομακρύνονται σταδιακά τα δημοσιονομικά μέτρα στήριξης της οικονομίας. Αντιστοίχως, οι κεντρικές τράπεζες των ισχυρότερων οικονομιών καταργούν σταδιακά τα μέτρα στήριξης της ρευστότητας στο διατραπεζικό σύστημα.
Ομως, από τη συμπεριφορά των αγορών είναι πλέον σαφές ότι η προσδοκία μιας άμεσης ανάκαμψης έχει αντικατασταθεί από απαισιοδοξία για διπλή ύφεση. Μήπως, τελικά, οι κυβερνήσεις των ισχυρών οικονομιών του ανεπτυγμένου κόσμου βιάζονται να απομακρύνουν τα μέτρα στήριξης; Εάν ή όχι αυτοί οι φόβοι ευσταθούν θα εξακριβωθεί στην πορεία. Πάντως, υπάρχει μεγάλη διαφοροποίηση αποδόσεων στην παγκόσμια ανάκαμψη.
Αναδυόμενες οικονομικές δυνάμεις, όπως είναι η Βραζιλία και η Ινδία, φαίνεται πως έχουν προσπεράσει την ύφεση, με αυξημένη κατανάλωση και μικρή πλεονάζουσα παραγωγική δυναμική, δημιουργώντας μια εικόνα ισορροπίας μεταξύ προσφοράς και ζήτησης. Αντίθετα, ο ρυθμός ανάπτυξης του 5,7% που ανακοινώθηκε από τις ΗΠΑ για το τέταρτο τρίμηνο του 2009 είναι παραπλανητικός. Οφειλόταν, κατά κύριο λόγο, στην αποκατάσταση των αποθεμάτων των επιχειρήσεων σε μια οικονομία όπου η ανεργία συνεχίζει να βρίσκεται στα ύψη, η αγορά ακινήτων παραμένει σε ύφεση και η κατανάλωση είναι συντηρητική. Στην Ευρώπη και στην Ιαπωνία, οι συνθήκες είναι πολύ χειρότερες.
Η διαφοροποίηση αυτή, όμως, οφείλει να επηρεάσει και τη χάραξη μακροοικονομικής πολιτικής. Οι ΗΠΑ δεν πρέπει να επαναλάβουν τα λάθη του 1937 και η Ιαπωνία τα λάθη του 1997. Και στις περιπτώσεις αυτές, ήταν πρώιμη να αύξηση των φόρων και η απομάκρυνση νομισματικών μέτρων στήριξης της οικονομίας. Καμία κυβέρνηση δεν έχει παρουσιάσει ένα αξιόπιστο σχέδιο δημοσιονομικής πολιτικής για το μεσοπρόθεσμο μέλλον. Για να μην παγιδευτούν σε μια μακροχρόνια κατάσταση υψηλού χρέους και υποτονικής ανάπτυξη, όπως συνέβη στην Ιαπωνία επί μία ολόκληρη δεκαετία, οι ισχυρότερες οικονομίες του κόσμου πρέπει να χαράξουν μια πολιτική για την τόνωση της παραγωγικότητας, των επενδύσεων και του ανταγωνισμού. Το κλίμα νευρικότητας που επικρατεί σήμερα πηγάζει από την αβεβαιότητα εταιρειών, τραπεζών και πολιτών για την κατεύθυνση της κυβερνητικής πολιτικής. Η ανάκαμψη θα είναι ισχυρότερη μόνον εάν οι κυβερνήσεις πείσουν για την αποτελεσματικότητα των μέτρων τους.

