Τα τελευταία είκοσι χρόνια, η Κρήτη αναπτύσσεται με πολύ πιο γρήγορους ρυθμούς απ’ ό,τι η υπόλοιπη Ελλάδα. Αυτό ήταν απόλυτα εμφανές σε έναν ξένο επισκέπτη, ο οποίος εντυπωσιαζόταν από την οργιαστική οικοδομική δραστηριότητα και τη συστηματική καλλιέργεια της γης. Αρχικά με κύριους άξονες τον τουρισμό και τη γεωργία, σήμερα όμως και με άλλες δραστηριότητες, όπως την ελαφριά βιομηχανία, την πανεπιστημιακή εκπαίδευση, την έρευνα και την ανάπτυξη τεχνολογίας, η Κρήτη συνεχίζει με γοργά βήματα τον μετασχηματισμό της από μία ήσυχη και αυτάρκη κοινωνία (που ήταν την εποχή της δεκαετίας του ’70) σε μία δυναμικά αναπτυσσόμενη και τεχνολογικά σύγχρονη οικονομία.
Ενδεικτικό της ταχείας ανάπτυξης της Κρήτης είναι η κατανάλωση του ηλεκτρικού ρεύματος που, ενώ στην υπόλοιπη Ελλάδα αυξάνεται με ρυθμούς 4,0-4,5%, στην Κρήτη η αύξηση στην κατανάλωση ενέργειας έφθασε το 8% πριν από δύο χρόνια ενώ σήμερα διαμορφώνεται γύρω στα 6%. Γι’ αυτό και έχει δημιουργηθεί η ανάγκη για συνεχή αύξηση της εγκατεστημένης ηλεκτρικής ισχύος της νήσου, η οποία σήμερα φθάνει τα 660 MW αλλά ουδόλως επαρκεί. Απαραίτητη προϋπόθεση για την επιβίωση και ανάπτυξη μιας μεγάλης περιφέρειας όπως η Κρήτη είναι η ύπαρξη άφθονων υδάτινων πόρων και επαρκούς ηλεκτρικής ενέργειας.
Από νερά η Κρήτη δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα χάρις στην ευνοϊκή γεωμορφολογία της που της επιτρέπει την αναπλήρωση των φυσικών αποθεμάτων, αλλά και λόγω της σωστής διαχείρισης που έχει επιτευχθεί με αρκετό κόπο και επενδύσεις τα τελευταία χρόνια. Το ίδιο όμως δεν συμβαίνει στην περίπτωση της ηλεκτρικής ενέργειας, όπου η κατάσταση χαρακτηρίζεται κρίσιμος την τελευταία δεκαετία, αφού είναι συχνές οι διακοπές ηλεκτρικού ρεύματος σε αρκετές περιοχές της νήσου, ιδιαίτερα τους καλοκαιρινούς μήνες. Οπως παρατηρεί ο νομάρχης Ηρακλείου κ. Δημήτρης Σαρής, «δεν υπάρχει απλώς ενεργειακό έλλειμμα, αλλά ενεργειακή πείνα, που καθίσταται τροχοπέδη στην περαιτέρω ανάπτυξη όλης της Κρήτης».
Οι δυνατότητες χρήσης
Γι’ αυτό η Περιφέρεια Κρήτης σε συνεργασία με τη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας (ΡΑΕ) συγκάλεσαν την περασμένη εβδομάδα μία ημερίδα στο Ηράκλειο, για να εξετάσουν τις δυνατότητες χρήσης φυσικού αερίου ως καυσίμου για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Αυτή δεν ήταν η πρώτη φορά που το φυσικό αέριο προτείνεται ως μία μακροπρόθεσμη λύση για την αντιμετώπιση του ενεργειακού προβλήματος της μεγαλονήσου. Προηγήθηκαν σχετικές μελέτες από τη ΔΕΗ (Penspen) το 1991, από τη ΔΕΠΑ το 1996/97, ενώ τελευταία και η ΡΑΕ ανέθεσε, έπειτα από διεθνή διαγωνισμό, σχετική μελέτη στη βρετανική εταιρεία Advantica (πρώην British Gas). Η μεθοδολογία της μελέτης αυτής παρουσιάστηκε μαζί με τις σχετικές τεχνολογίες που εξετάζονται κατά τη διάρκεια της ημερίδας στο Ηράκλειο.
Η συζήτηση για την εισαγωγή ή μη του φυσικού αερίου στο ενεργειακό ισοζύγιο της Κρήτης είναι άμεσα συνυφασμένη με την υπάρχουσα κατάσταση από πλευράς παραγωγής και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας. Στην Κρήτη λειτουργούν σήμερα δύο βασικά ενεργειακά κέντρα, με αρκετές μικρές μονάδες το καθένα, ένα στα Χανιά στην περιοχή Ξυλοκαμάρας, σχεδόν μέσα στην πόλη των Χανίων, και το άλλο στα Λινοπεράματα, και αυτά δύο μόλις χιλιόμετρα προ της δυτικής εισόδου της πόλης του Ηρακλείου. Σύντομα θα τεθεί σε λειτουργία μία ακόμα μονάδα, η οποία αν και έχει κατασκευασθεί δεν λειτουργεί ακόμη, στην τοποθεσία Αθερινόλακκος στον νομό Λασιθίου, η οποία θα προσθέσει άμεσα 160 ΜW.
Υποτίθεται ότι με την προσθήκη του Αθερινόλακκου, η συνολική εγκατεστημένη ισχύς της ΔΕΗ στην Κρήτη θα διαμορφωθεί στα 820 MW, επαρκής δυναμικότητα που θα επέτρεπε τη σταδιακή μείωση της λειτουργίας των μονάδων στην Ξυλοκαμάρα, οι οποίες και αποτελούν σοβαρή εστία μόλυνσης της περιοχής αφού καίνε κυρίως μαζούτ. Στην ανωτέρω ισχύ συμπεριλαμβάνονται και 80 MW από αιολικά πάρκα που είναι εγκατεστημένα από ιδιωτικές εταιρείες, κυρίως στην ανατολική Κρήτη, και συνεισφέρουν περί το 10% των ηλεκτρικών αναγκών σε σταθερή βάση. Παρ’ όλα αυτά, η ΔΕΗ δεν φαίνεται έτοιμη να αποσύρει μονάδες από τα Χανιά ή τα Λινοπεράματα, διότι εν των μεταξύ έχουν αυξηθεί οι ανάγκες ηλεκτροδότησης της νήσου.

