Η φετινή χρονιά θα αποβεί μοιραία για τις αμερικανικές επιχειρήσεις, δεδομένου ότι τα κρούσματα των πτωχεύσεων έχουν αυξηθεί ανησυχητικά. Τον Οκτώβριο γνωστές εταιρείες -και αντίστοιχα πολύ οικεία ονόματα στα αμερικανικά νοικοκυριά- όπως οι Ροlarοid, Regal Cinemas, Federal Mogul και Bethlehem Steel, οδηγήθηκαν στην πτώχευση. Επονται και άλλες εταιρείες. Μέχρι στιγμής, μέσα στο 2001 έχουν σημειωθεί 32 πτωχεύσεις εταιρειών με εκκρεμότητες άνω του 1 δισ. δολαρίων. Πρόκειται για ποσόν υψηλότερο από το συνολικό της περιόδου 1989-1991, το σημείο ναδίρ του προηγούμενου επιχειρηματικού κύκλου, όπως επισημαίνει ο Εντουαρντ Αλτμαν του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης.
Ακόμα κι αν δεν λάβει κανείς υπ’ όψιν του τη μεγαλύτερη πτώχευση από όλες, εκείνην της Pacific Gas & Electric με 26 δισεκατομμύρια δολάρια σε οικονομικές υποχρεώσεις, ο αριθμός των πτωχεύσεων είναι υπερβολικός. Οι εκκρεμότητες της εν λόγω εταιρείας συσσωρεύθηκαν κυρίως λόγω των πολιτικών χειρισμών κατά τη διάρκεια της ενεργειακής κρίσης στην Καλιφόρνια. Πέραν τούτου, τους πρώτους εννέα μήνες του τρέχοντος έτους αμερικανικές εταιρείες με οικονομικές υποχρεώσεις, οι οποίες έφθαναν συνολικά τα 170 δισεκατομμύρια δολάρια, εκήρυξαν πτώχευση. Το προηγούμενο αρνητικό ρεκόρ σημειώθηκε το 2000 με 93 δισ. δολάρια σε υποχρεώσεις.
Υπάρχουν, πάντως, και άλλες διαφορές μεταξύ της παρούσης κρίσεως και των προηγουμένων στα τέλη της δεκαετίας του ’70, στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και στις αρχές της δεκαετίας του ’90, όπως υπογράμμισε ο Μπάρι Ρίντινγκς, γενικός διευθυντής του κλάδου αποκατάστασης εταιρειών της επενδυτικής τράπεζας Lazard Freres. Σήμερα τα προβλήματα είναι πολύ πιο εκτεταμένα και δεν περιορίζονται μόνο σε συγκεκριμένες εταιρείες, οι οποίες έχουν δεσμευθεί με υπέρογκα χρέη. Ολόκληροι κλάδοι βρίσκονται σε κρίση, όπως αυτοί της ψυχαγωγίας, της παροχής υπηρεσιών σε αναξιοπαθούντες, της χαλυβουργίας καθώς και πολλών άλλων.
Ακόμα χειρότερα, προσθέτει ο κ. Ρίντινγκς, αφ’ ης στιγμής μία εταιρεία καταρρεύσει, είναι πολύ δυσκολότερο να ορθοποδήσει ξανά, παρά το ότι το νομοθετικό πλαίσιο των ΗΠΑ προβλέπει την προστασία της έναντι των πιστωτών της. Κι αυτό γιατί αν και τα επιτόκια παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα, οι τράπεζες θεσπίζουν αυστηρότερες προδιαγραφές στη χορήγηση πιστώσεων.
Παράλληλα, η εντεινόμενη αβεβαιότητα σχετικά με το πώς αποτιμάται η αξία μιας εταιρείας στις σημερινές συνθήκες οικονομικής ρευστότητας, δυσχεραίνει τη λήψη αποφάσεων σχετικά με την πώληση περιουσιακών στοιχείων ή τη μορφή της κεφαλαιακής δομής, που ενδείκνυται ανά περίσταση. Λόγου χάριν, οι κινηματογραφικές αίθουσες θεωρούνταν κάποτε επιχειρηματική δραστηριότητα περιορισμένου κινδύνου, η οποία είχε τη δυνατότητα να επωμιστεί ακόμα και υπέρογκες πιστώσεις. Με το σκεπτικό αυτό κτίστηκαν με δάνεια εκατοντάδες συγκροτήματα κινηματογραφικών αιθουσών, ενόσω το Χόλιγουντ φαινόταν να χάνει την ικανότητά του να παράγει ταινίες αρεστές σε όλους. Η παρακμή ήρθε τόσο ραγδαία, ώστε δεν υπήρχε άλλη «διέξοδος» από τη χρεοκοπία.
Στο παρελθόν, όσες επιχειρήσεις επτώχευαν, είχαν περιθώριο ακόμα και αρκετών ετών για να ασχοληθούν επισταμένως με τα προβλήματά τους προτού αρχίσει να εξετάζεται η λύση της ρευστοποίησής τους. Το σημερινό μοντέλο είναι εκείνο της Midway Airlines, η οποία μετά την 11η Σεπτεμβρίου εκήρυξε πτώχευση και διέκοψε αυθημερόν τη λειτουργία της.
Το παρήγορο είναι ότι η αμερικανική ηγεσία καταβάλλει κάθε προσπάθεια για να αποφύγει τη βαθιά ύφεση. Στην Ιαπωνία το πρόβλημα του αποπληθωρισμού εντείνεται, αλλά η Κεντρική Τράπεζα της χώρας εξακολουθεί να υποστηρίζει ότι η περαιτέρω χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής αυξάνει τον κίνδυνο του υπερπληθωρισμού. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στη συνάντηση της 18ης Οκτωβρίου δεν μείωσε τα επιτόκιά της. Ο Βιμ Ντούιζενμπεργκ υποστήριξε ότι μια ακόμα μείωση των επιτοκίων θα υπονόμευε την εμπιστοσύνη των καταναλωτών και θα δημιουργούσε πανικό. Επιπλέον, η πλειοψηφία των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων -πλην της γαλλικής- δεν εμφανίζονται διατεθειμένες να προσφέρουν δημοσιονομική στήριξη στην οικονομία, καθώς παραμένουν προσκολλημένες στην πιστή εφαρμογή των προϋπολογισμών τους.

