Η ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία βρίσκεται σε μια διαρθρωτική κρίση. Η επιβράδυνση της ζήτησης για ηλεκτρικά οχήματα, η απώλεια μεριδίου αγοράς προς Κινέζους ανταγωνιστές και το υψηλότερο κόστος δανεισμού έχουν δημιουργήσει την «τέλεια καταιγίδα» για τον κλάδο τα τελευταία πέντε χρόνια, καθώς οι πωλήσεις παραμένουν σημαντικά χαμηλότερες από τα προ πανδημίας επίπεδα.
Οι ευρωπαϊκές αυτοκινητοβιομηχανίες έχουν μακρά ιστορία στην παραγωγή αμυντικού εξοπλισμού και όπλων σε περιόδους πολέμου. Ορισμένες εταιρείες εκτιμούν πλέον ότι μια επιστροφή σε αυτές τις ρίζες θα μπορούσε να προσφέρει μια σανίδα σωτηρίας. Αναλυτές της Citi έχουν ονομάσει αυτή τη στροφή «οτιδήποτε εκτός από αυτοκίνητα».
Την περασμένη Δευτέρα, η Renault ανακοίνωσε ότι αναπτύσσει ένα επίγειο drone για στρατιωτική και πολιτική χρήση. Αυτό ακολούθησε τη συμφωνία συνεργασίας που ανακοίνωσε τον Ιανουάριο με τον αμυντικό όμιλο Turgis Gaillard για την παραγωγή εναέριων drones στη Γαλλία. Την ίδια ώρα, η γερμανική Volkswagen φέρεται να βρίσκεται σε συνομιλίες με την ισραηλινή αμυντική εταιρεία Rafael για την παραγωγή εξαρτημάτων συστημάτων αντιπυραυλικής άμυνας, σημειώνει το CNBC. Οι δύο πλευρές συζητούν τη μετατροπή του εργοστασίου της VW στο Οσναμπρικ της Γερμανίας σε εγκαταστάσεις παραγωγής εξαρτημάτων για το ισραηλινό σύστημα Iron Dome, σύμφωνα με τους Financial Times.
Οι ευρωπαϊκές αυτοκινητοβιομηχανίες δυσκολεύονται να ανταγωνιστούν άμεσα κινεζικούς ομίλους όπως η BYD. Ενώ οι πωλήσεις νέων αυτοκινήτων στην Ε.Ε. μειώθηκαν έως τον Ιανουάριο, η BYD εντυπωσίασε την αγορά με αύξηση παραδόσεων κατά 175% σε ετήσια βάση, φτάνοντας στις 13.982 μονάδες, σύμφωνα με στοιχεία της ACEA.
Η πτώση του κλάδου αποτυπώνεται και στις μετοχές των εταιρειών. Ο δείκτης SΤΟΧΧ 600 για τον κλάδο αυτοκινήτου έχει υποχωρήσει κατά 30% την τελευταία πενταετία, ενώ η Volkswagen έχει χάσει πάνω από 60% της αξίας της. Η Stellantis (Fiat, Peugeot) έχει σημειώσει πτώση 58% το ίδιο διάστημα.
Αντιθέτως, η ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία βρίσκεται σε άνθηση. Η ανάγκη επανεξοπλισμού μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022 και η επιδείνωση των σχέσεων εντός του ΝΑΤΟ ωθούν την Ευρώπη να καταστεί πιο αυτάρκης στην αμυντική παραγωγή.
«Για την αμυντική βιομηχανία, το ζήτημα δεν είναι αν θα αναπτυχθεί, αλλά πόσο γρήγορα. Η ανακατεύθυνση της παραγωγικής ικανότητας αποτελεί ευκαιρία για την αυτοκινητοβιομηχανία», δήλωσε ο Ρίκο Λούμαν της ING. Ωστόσο, άλλοι αναλυτές αμφισβητούν κατά πόσον η στροφή προς την άμυνα μπορεί να σώσει τον κλάδο, επισημαίνοντας δυσκολίες στην προσαρμογή.
Η σχέση αυτοκινητοβιομηχανίας και αμυντικής παραγωγής υπήρξε διαχρονικά στενή. Στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, εταιρείες σταμάτησαν την πολιτική παραγωγή για να κατασκευάσουν στρατιωτικά οχήματα, κινητήρες αεροσκαφών και όπλα.
Η μετάβαση αυτή είναι εφικτή, επειδή πολλές δεξιότητες είναι κοινές σε τομείς όπως η προηγμένη βιομηχανική παραγωγή και οι σύνθετες εφοδιαστικές αλυσίδες.
Συνδικάτα όπως το IG Metall, πάντως, προειδοποιούν ότι η μεταφορά εργαζομένων στην αμυντική βιομηχανία δεν αποτελεί ρεαλιστική λύση.
«Δεν θα είναι αρκετό για να αντισταθμίσει τις απώλειες θέσεων εργασίας», τονίζουν, υπογραμμίζοντας ότι η αμυντική παραγωγή βασίζεται σε μικρότερες σειρές προϊόντων, σε αντίθεση με τη μαζική παραγωγή αυτοκινήτων. Επιπλέον, εγείρονται και ηθικά ζητήματα για τους εργαζομένους που ενδέχεται να κληθούν να επιλέξουν μεταξύ της παραγωγής όπλων και της ανεργίας.
Παρά τις νέες συνεργασίες, οι αναλυτές δεν αναμένουν πλήρη μετατροπή των αυτοκινητοβιομηχανιών σε αμυντικούς ομίλους, αλλά πιο επιλεκτικές κινήσεις. «Δεν πρέπει να επενδύονται όλες οι ελπίδες στην αμυντική βιομηχανία», προειδοποιεί το IG Metall.

