Ενας χρόνος συμπληρώθηκε χθες από τη στιγμή που ο Ντόναλντ Τραμπ εγκαινίασε νέα εποχή στην οικονομική πολιτική των ΗΠΑ, επιβάλλοντας εκτεταμένους δασμούς σε κρίσιμους εμπορικούς εταίρους, σε μια κίνηση που ο ίδιος βάφτισε εμφατικά «Ημέρα της Απελευθέρωσης» για τη χώρα.
Νέα έρευνα του Pew Research Center ωστόσο, που διεξήχθη στο τέλος Μαρτίου, αποκαλύπτει ότι η αμερικανική κοινή γνώμη παραμένει βαθιά επιφυλακτική και διαιρεμένη ως προς την αποτελεσματικότητα αλλά και τον χειρισμό των εν λόγω μέτρων. Η πλειοψηφία των Αμερικανών πολιτών φαίνεται να αντιμετωπίζει με σκεπτικισμό την οικονομική πολιτική του Αμερικανού προέδρου. Σύμφωνα με τα στοιχεία, σχεδόν έξι στους δέκα ενηλίκους εκφράζουν περιορισμένη ή καθόλου εμπιστοσύνη στην ικανότητα του Τραμπ να λαμβάνει ορθές αποφάσεις για την εμπορική πολιτική, ενώ το ποσοστό αυτό αυξάνεται στο 63% όταν η συζήτηση επικεντρώνεται συγκεκριμένα στον χειρισμό των δασμών.
Η εμπιστοσύνη στους χειρισμούς Τραμπ διαφέρει βέβαια ανάλογα με το κόμμα και την ηλικία. Οι Ρεπουμπλικανοί εμφανίζονται έξι φορές πιο πιθανό να στηρίξουν τις επιλογές του σε σύγκριση με τους Δημοκρατικούς, με την πόλωση να κορυφώνεται στις μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες, όπου οι διαφορές στην εμπιστοσύνη αγγίζουν τα άκρα του φάσματος. Το 84% των Ρεπουμπλικανών ψηφοφόρων ηλικίας 50 ετών και άνω πιστεύει ότι ο Τραμπ μπορεί να λάβει καλές αποφάσεις στην εμπορική πολιτική, ενώ το 92% των Δημοκρατικών της ίδιας ηλικιακής ομάδας δεν του έχει εμπιστοσύνη.
Λιγότερο επικριτική η στάση των Αμερικανών για Μεξικό και Καναδά.
Στο πεδίο των διεθνών σχέσεων, η αντίληψη των Αμερικανών για το ποιος ωφελείται από το εμπόριο παρουσιάζει ενδιαφέρουσες μεταβολές. Αν και η Κίνα εξακολουθεί να θεωρείται από το 42% των ερωτηθέντων ως η πλευρά που κερδίζει τα περισσότερα από τη σχέση της με τις ΗΠΑ, το ποσοστό αυτό παρουσιάζει μείωση σε σχέση με το προηγούμενο έτος (46% το 2025). Οπως συνέβη και πέρυσι, μόνο περίπου ένας στους δέκα Αμερικανούς (11%) θεωρεί ότι οι ΗΠΑ ωφελούνται περισσότερο από την Κίνα. Περίπου το ένα τέταρτο (24%) λέει ότι και οι δύο χώρες ωφελούνται εξίσου, ενώ ένα ποσοστό 4% πιστεύει ότι καμία από τις δύο χώρες δεν ωφελείται από την εμπορική τους σχέση.
Οι αντιλήψεις για τους άλλους δύο μεγάλους εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ, τον Καναδά και το Μεξικό, μετακινούνται παράλληλα προς μια λιγότερο επικριτική στάση. Οι Ρεπουμπλικανοί, ειδικότερα, εμφανίζονται πλέον λιγότερο πεπεισμένοι ότι οι χώρες αυτές εκμεταλλεύονται τις ΗΠΑ, ενώ αυξάνεται το ποσοστό εκείνων που δηλώνουν αβέβαιοι για το ποιος ευνοείται τελικά από αυτές τις σύνθετες εμπορικές συμφωνίες. Η μεταβολή αυτή συμπίπτει με ιστορικές ανακατατάξεις στα πραγματικά δεδομένα του εμπορίου. Το 2025, το Μεξικό ξεπέρασε την Κίνα ως η χώρα με την οποία οι ΗΠΑ διατηρούν το μεγαλύτερο εμπορικό έλλειμμα, αγγίζοντας το επίπεδο-ρεκόρ των 194,6 δισ. δολαρίων. Την ίδια στιγμή, ο όγκος των συναλλαγών με την Κίνα συρρικνώθηκε δραματικά, με τις εισαγωγές να μειώνονται κατά 28%, οδηγώντας σε σημαντικό περιορισμό του ελλείμματος (από 262,2 δισ. δολάρια σε 168,1 δισ. δολάρια το 2025).
Παρά τις προσπάθειες αναθεώρησης των όρων εμπορίου, το συνολικό έλλειμμα των ΗΠΑ συνέχισε την ανοδική του πορεία, φτάνοντας στα 911,7 δισ. δολάρια το 2025, σε σύγκριση με 903,5 δισ. δολάρια το 2024. Αυτό σημαίνει ότι οι ΗΠΑ εισήγαγαν σχεδόν 912 δισ. δολάρια περισσότερα σε αγαθά και υπηρεσίες από άλλες χώρες από ό,τι εξήγαγαν σε αυτές. Συνολικά, περίπου 2,4 τρισ. δολάρια σε αγαθά και υπηρεσίες μετακινήθηκαν μεταξύ των ΗΠΑ από τη μία και της Κίνας, του Καναδά και του Μεξικού από την άλλη το 2025.
Οι δασμοί που επέβαλε ο Τραμπ αύξησαν τον μέσο πραγματικό δασμολογικό συντελεστή στις ΗΠΑ από 2,5% σε περίπου 10% μέσα σε ένα χρόνο, σύμφωνα με το ΒΒC, ενώ οι εμπορικοί εταίροι των ΗΠΑ, όπως ο Καναδάς και το Ηνωμένο Βασίλειο, αναζήτησαν εναλλακτικές αγορές. Την ίδια στιγμή, οι δασμολογικές πολιτικές προκάλεσαν εντάσεις με συμμάχους, μειώνοντας τις αμερικανικές εξαγωγές και περιπλέκοντας διπλωματικές προσπάθειες των ΗΠΑ. Τον Φεβρουάριο σημειωτέον, το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ έκρινε παράνομους τους δασμούς της Ημέρας της Απελευθέρωσης, αμφισβητώντας μάλιστα την αύξηση των δασμολογικών εσόδων που εισέπραξε η κυβέρνηση. Οι ΗΠΑ καλούνται τώρα να επιστρέψουν περισσότερα από τα μισά από τα 260 δισ. δολάρια που είχαν εισπράξει.
H «Ημέρα Απελευθέρωσης» άλλαξε το εμπόριο, επηρέασε αρνητικά τις επενδύσεις παγκοσμίως
Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ είχε χαρακτηρίσει την 2α Απριλίου του 2025 «μια από τις πιο σημαντικές ημέρες στην ιστορία των ΗΠΑ». Κατηγορώντας τους συμμάχους της χώρας του ότι «λεηλατούν» την Αμερική, έκανε μια «διακήρυξη οικονομικής ανεξαρτησίας», όπως την ονόμασε, ανακοινώνοντας σαρωτικούς δασμούς για όλο τον κόσμο.
Σύμμαχοι και αντίπαλοι των ΗΠΑ απείλησαν να ανταποδώσουν το χτύπημα και τα τύμπανα ενός εμπορικού πολέμου ηχούσαν. Ενα χρόνο έπειτα από την «Ημέρα Απελευθέρωσης», η ζημιά που προκάλεσαν οι δασμοί του Τραμπ είναι πολύ πραγματική.
Ο πραγματικός δασμολογικός συντελεστής των ΗΠΑ ξεπέρασε για λίγο το 20%, ενώ παρότι έχει πλέον υποχωρήσει στο 10,5%, εξακολουθεί να βρίσκεται στο υψηλότερο επίπεδό του από τη δεκαετία του 1940.

Αλλά και η αλλοπρόσαλλη εφαρμογή των δασμών επηρεάζει αρνητικά τις επενδύσεις. Στις πλούσιες οικονομίες, η κατασκευή νέων εργοστασίων μειώθηκε κατά περισσότερο από το ένα τέταρτο το 2025, σημειώνει ο Economist. Το μερίδιο του εμπορίου που διεξάγεται με όρους που δεν εισάγουν διακρίσεις μειώθηκε από 80% σε 72% τον τελευταίο χρόνο, σύμφωνα με εκτιμήσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ).
Η πραγματική ρήξη ωστόσο δεν ήρθε ποτέ. Κατά κάποιο τρόπο, το εμπόριο έχει ενισχυθεί. Το 2025 αυξήθηκε σχεδόν 5%, «τρέχοντας» με ρυθμούς υψηλότερους από την ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας.
Οι δασμοί άλλαξαν το από πού ψωνίζει η Αμερική και όχι το πόσο.
Αλλωστε, το «τείχος» των δασμών στις ΗΠΑ είναι γεμάτο εξαιρέσεις. Περίπου οι μισές εισαγωγές αγαθών παραμένουν αδασμολόγητες. Το εμπορικό έλλειμμα στο κομμάτι των αγαθών, που είναι και το μεγαλύτερο πρόβλημα του Αμερικανού προέδρου, διευρύνθηκε πέρυσι πάνω από 1,2 τρισ. δολάρια, ή στο 4% του ΑΕΠ, καθώς οι εισαγωγές έφτασαν σε νέο υψηλό.
Οι δασμοί άλλαξαν το από πού ψωνίζει η Αμερική και όχι το πόσο. Με τους δασμούς εις βάρος της Κίνας να ξεπερνούν σε κάποιο σημείο και το 100%, το άμεσο εμπόριο μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων σχεδόν σταμάτησε. Μεταξύ Μαΐου και Δεκεμβρίου, οι εισαγωγές των ΗΠΑ από την Κίνα ήταν τουλάχιστον 40% χαμηλότερες από ό,τι στο ίδιο διάστημα του 2024.
Την ίδια στιγμή, οι εισαγωγές από την Ταϊλάνδη και το Βιετνάμ αυξήθηκαν πάνω από 40%, καθώς οι παραγωγοί της Νοτιοανατολικής Ασίας ανέλαβαν μεγάλο μέρος του μεριδίου της Κίνας σε κατηγορίες όπως οι φορητοί υπολογιστές. Η Ινδία μπορεί να αντιμετωπίζει δασμούς έως και 50%, όμως και αυτή αύξησε τις εξαγωγές της προς τις ΗΠΑ, χάρη στην αύξηση των αποστολών smartphones, που εξαιρούνται από δασμούς. Η Ταϊβάν, ο κορυφαίος παραγωγός προηγμένων τσιπ στον κόσμο, είδε τις εξαγωγές της προς τις ΗΠΑ να αυξάνονται πάνω από 80%.
Ο βασικός λόγος για τον οποίο το παγκόσμιο εμπόριο κρατήθηκε όρθιο είναι γιατί οι κυβερνήσεις αποφάσισαν να απαντήσουν στην «Ημέρα Απελευθέρωσης» του Τραμπ όχι υψώνοντας και αυτές το δικό τους «τείχος δασμών», αλλά ανοίγοντας προς τον υπόλοιπο κόσμο. Η πρώτη τους κίνηση ήταν να αναζητήσουν νέες αγορές. Η πιο προφανής συνέπεια υπήρξε η στροφή από τις ΗΠΑ. Η Κίνα αναζήτησε άλλες αγορές, όπως έκαναν και πολλοί σύμμαχοι των ΗΠΑ. Η Βρετανία, η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα είδαν τις εξαγωγές τους προς την αμερικανική αγορά να μειώνονται μετά την «Ημέρα της Απελευθέρωσης». Ομως, οι συνολικές εξαγωγές τους συνέχισαν να αυξάνονται, καθώς οι αποστολές ανακατευθύνθηκαν αλλού.
Αυτές οι μεσαίες οικονομικές δυνάμεις εμπορεύονται περισσότερο μεταξύ τους. Ο Economist μέτρησε περισσότερες από 15 εμπορικές συμφωνίες που περιλαμβάνουν τη Βρετανία, τον Καναδά, την Ευρωπαϊκή Ενωση και άλλες χώρες μέσα στον τελευταίο χρόνο, καλύπτοντας εμπόριο άνω των 400 δισ. δολαρίων.
Εάν η Αμερική ήταν ο αρχιτέκτονας του παλιού εμπορικού συστήματος, άλλοι χτίζουν αυτό το νέο, καταλήγει ο Economist.

