Θα μπορούσε, άραγε, ο πόλεμος στο Ιράν να αναπλάσει το διεθνές ενεργειακό τοπίο, αναπροσανατολίζοντας προς άλλες κατευθύνσεις το ίδιο το μέλλον της ενέργειας όπως αυτό διαγράφεται πια έπειτα από τον πρώτο ενάμιση χρόνο της (νέας) προεδρίας Τραμπ;
Ο ιστοχώρος Gzero έθεσε το εν λόγω ερώτημα στο πλαίσιο πρόσφατης ανάλυσης («Could the war in Iran reshape the future of energy?»), εκκινώντας από το γεγονός ότι αυτός ο πόλεμος έχει ήδη, έπειτα από σχεδόν πέντε εβδομάδες συγκρούσεων, προκαλέσει το μεγαλύτερο ενεργειακό σοκ των τελευταίων δεκαετιών.
Οι ελλείψεις σε καύσιμα είναι ήδη εμφανείς, ειδικά στην περιοχή της Ασίας, με τις χώρες να ανακοινώνουν έκτακτα μέτρα εξοικονόμησης και περιορισμού της κατανάλωσης, ενώ οι τιμές της ενέργειας ανέβηκαν διεθνώς, ακόμη και εντός των ΗΠΑ που, όπως φάνηκε επί του πρακτέου, δεν μπόρεσαν να επαναπαυθούν πίσω από το καθεστώς του καθαρού εξαγωγέα ενέργειας.
Ο πόλεμος έχει, με άλλα λόγια, ήδη προκαλέσει τριγμούς στον άξονα προσφοράς-ζήτησης, πράγμα λογικό καθώς από τα –μερικώς κλειστά λόγω του πολέμου– Στενά του Ορμούζ περνούσαν καθημερινά, πριν από τις 28 Φεβρουαρίου και την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων κατά του Ιράν, δεκάδες εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου και εκατοντάδες εκατομμύρια μέτρα υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG).
Ο «πετρελαιάς» Τραμπ
Πριν από τον τρέχοντα πόλεμο, η διοίκηση Τραμπ έκανε ηχηρή στροφή στους υδρογονάνθρακες, αποκηρύσσοντας ως «άσκοπες» τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Ακόμη και εν μέσω πολέμου, ο Ντόναλντ Τραμπ έδειχνε να παραμένει «προσκολλημένος» στο πετρέλαιο. «Θα προτιμούσα να πάρω το πετρέλαιο του Ιράν», δήλωσε προ ημερών στους FT. «Δεν το χρειαζόμαστε το πετρέλαιό τους. […] Είμαστε ο Νο1 παραγωγός πετρελαίου και φυσικού αερίου στον πλανήτη», δήλωσε χθες στο διάγγελμά του. «Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι μακράν ο μεγαλύτερος παραγωγός πετρελαίου στον κόσμο, επομένως όταν οι τιμές του πετρελαίου ανεβαίνουν, εμείς βγάζουμε πολλά χρήματα», είχε γράψει προ εβδομάδων σε ανάρτησή του στα social media. Πράγματι, οι πετρελαϊκές των ΗΠΑ θα δουν τα έσοδά τους να αυξάνονται εν μέσω κρίσης, όμως δεν ισχύει το ίδιο και για τον μέσο Αμερικανό που εκλήθη να βάλει βαθύτερα το χέρι στην τσέπη προκειμένου να γεμίσει το ντεπόζιτο του αυτοκινήτου του… επτά μήνες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές του ερχόμενου Νοεμβρίου για το Κογκρέσο.
«Ο γέγονε γέγονε» και ο χρόνος πίσω δεν γυρνά. Τι γίνεται, όμως, από εδώ και πέρα;
Μεταπολεμικά σενάρια
Με βάση ένα από τα σενάρια, ο πόλεμος –ή τουλάχιστον η πιο σκληρή φάση των συγκρούσεων με αμερικανική εμπλοκή– θα μπορούσε να τελειώσει κάποια στιγμή μέσα στις επόμενες εβδομάδες (κατά πάσα πιθανότητα πριν από την επίσκεψη του Ντόναλντ Τραμπ στο Πεκίνο που έχει προγραμματιστεί για τις 14-15 Μαΐου) ενθαρρύνοντας έτσι την επιστροφή στο status quo ante των παλαιών ενεργειακών συνηθειών. Σε μια τέτοια περίπτωση, ο Τραμπ θα επέστρεφε στους υδρογονάνθρακες τους οποίους τόσο προτιμά, οι τιμές των καυσίμων θα υποχωρούσαν και πολλοί θα συμπεριφέρονταν σαν να μην είχε προηγηθεί ο πόλεμος που έλαβε χώρα με επίκεντρο το Ιράν, ο δεύτερος που διαταράσσει τις αγορές ενέργειας μέσα σε διάστημα περίπου τεσσάρων ετών στέλνοντας τις τιμές στα ύψη (έπειτα από τον πόλεμο στην Ουκρανία που συνεχίζεται).
Στον αντίποδα, ωστόσο, υπάρχουν και άλλα σενάρια τα οποία (προ)βλέπουν όχι επιστροφές στα παλιά, αλλά αλλαγές προσανατολισμού και μάλιστα σημαντικές. Η ενεργειακή ανασφάλεια που έγινε προκλήθηκε διεθνώς με φόντο δύο ή μάλλον τρεις μεγάλες συρράξεις (Ουκρανία, Γάζα/Ερυθρά, Ιράν) μέσα σε διάστημα ολίγων ετών θα μπορούσε να λειτουργήσει ως καμπανάκι, δίνοντας ώθηση σε νέες προτιμήσεις, νέες γραμμές εφοδιασμού και, γενικώς, νέα μοντέλα διαφοροποίησης των πηγών ενέργειας.
Η Κατερίνα Ράιχε, υπουργός Οικονομίας της Γερμανίας, ζήτησε η χώρα της να επανεξετάσει την αντίθεσή της στην πυρηνική ενέργεια, προειδοποιώντας ότι η εξάρτησή της από το φυσικό αέριο την καθιστά ευάλωτη σε ενεργειακά σοκ. Η Ράιχε δήλωσε ότι πλέον δεν υπάρχει «καμία εναλλακτική» στο φυσικό αέριο για την κάλυψη της ζήτησης, έπειτα από την απόφαση των προηγούμενων γερμανικών κυβερνήσεων να κλείσουν τους πυρηνικούς σταθμούς της χώρας.
Σύμφωνα με τους FT, τα σχόλια της υπουργού αντικατοπτρίζουν μια βαθύτερη συζήτηση που διεξάγεται αυτήν την περίοδο στη Γερμανία σχετικά με την κληρονομιά της σταδιακής κατάργησης της πυρηνικής ενέργειας, η οποία αποφασίστηκε υπό τη Μέρκελ το 2011 και ολοκληρώθηκε υπό τον Σολτς. Η πολιτική αυτή συνδυάστηκε με την επέκταση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ηλιακή, αιολική, γεωθερμική, υδροηλεκτρική κ.ά.), όμως στην πράξη ενίσχυσε την εξάρτηση της ηλεκτρικής ενέργειας από το φυσικό αέριο, όπως σημειώνεται.
Το ερώτημα
«Θα μπορούσε ο πόλεμος στο Ιράν να πυροδοτήσει μια ευρύτερη στροφή προς την πράσινη ενέργεια ή μήπως τα ρυπογόνα καύσιμα, όπως ο άνθρακας, θα επανέλθουν για λόγους κόστους και ευκολίας;», διερωτάται στην ανάλυσή του ο ιστοχώρος Gzero.
Οι φίλοι της πράσινης ενέργειας κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου, υποστηρίζοντας ότι δεν υπάρχει πια χρόνος για χάσιμο. Ο γενικός γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών, Αντόνιο Γκουτέρες, ανάφερε χαρακτηριστικά προ ημερών ότι «ο εθισμός των χωρών στα ορυκτά καύσιμα αποσταθεροποιεί τόσο το κλίμα όσο και την παγκόσμια ασφάλεια». Αναλυτές υποστηρίζουν, σε ανάλογο πνεύμα, ότι η στροφή στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας είναι απαραίτητη όχι μόνο για λόγους περιβαλλοντικούς, αλλά και με στόχο τη μείωση της εξάρτησης μιας χώρας από τις μεγάλες διακυμάνσεις στις αγορές της ενέργειας.
Με στόχο την ενεργειακή ασφάλεια
Αψηφώντας τον «πόλεμο» που κήρυξε η πλευρά Τραμπ στις ανεμογεννήτριες, αρκετές χώρες, κυρίως ευρωπαϊκές, παραμένουν σε τροχιά ενεργειακής μετάβασης και συνεχίζουν να επενδύουν σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, επιταχύνοντας μάλιστα το βήμα τους προς την κατεύθυνση της απεξάρτησης από τους υδρογονάνθρακες. Μόλις την περασμένη Τρίτη, η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ανακοίνωσε νέους κανόνες που καθιστούν απαραίτητη την εγκατάσταση ηλιακών πάνελ και γεωθερμικών συστημάτων σε όλα τα νέα σπίτια έως το 2028. Σύμφωνα με τον Βρετανό υπουργό Ενέργειας Εντ Μίλιμπαντ, ο πόλεμος στο Ιράν «κατέδειξε ότι η πορεία προς την καθαρή ενέργεια είναι απαραίτητη για την ενεργειακή ασφάλεια».
Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, την ίδια ώρα, χώρες όπως το Βιετνάμ, η Ταϊλάνδη και το Μπαγκλαντές πλέον καίνε μεγαλύτερες ποσότητες άνθρακα με στόχο να καλύψουν τα κενά που άνοιξε ο πόλεμος στον ενεργειακό τους εφοδιασμό. Σε ανάλογο κλίμα, η Νότια Κορέα αίρει τους περιορισμούς στην παραγωγή ενέργειας από άνθρακα, ενώ χώρες όπως η Ινδία, η Πολωνία και η Γερμανία ενδέχεται να ενισχύσουν την εγχώρια παραγωγή άνθρακα προκειμένου να μειώσουν τις εξαρτήσεις τους από το εισαγόμενο φυσικό αέριο. Το Gzero μάς υπενθυμίζει ότι η Ινδία έχει τα πέμπτα μεγαλύτερα αποθέματα άνθρακα στον κόσμο, ενώ μακροχρόνια εξάρτηση από τον άνθρακα έχει και η Πολωνία. Οσο για τα γερμανικά εργοστάσια που έχουν πια κατεβάσει ρολά, κάποιοι τώρα προτείνουν αυτά να επαναλειτουργήσουν. Σε μια τέτοια περίπτωση, οι τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας στη Γερμανία λέγεται ότι θα μπορούσαν να υποχωρήσουν σημαντικά.
Ηδη, οι αραβικές μοναρχίες του Κόλπου παρουσιάζονται να εξετάζουν σχέδια εναλλακτικών αγωγών που θα παρακάμπτουν τα Στενά του Ορμούζ. Σύμφωνα με όσα αναφέρουν σε σημερινό τους δημοσίευμα οι FT, «αξιωματούχοι και στελέχη ενεργειακών βιομηχανιών λένε ότι νέοι αγωγοί μπορεί να είναι ο μόνος τρόπος ώστε να περιοριστεί η ευπάθεια από την οποία πάσχουν οι χώρες του Κόλπου όταν διαταράσσεται η κυκλοφορία στα Στενά του Ορμούζ, παρόλο που τέτοια έργα θα ήταν δαπανηρά, πολιτικά περίπλοκα και θα χρειάζονταν χρόνια για να ολοκληρωθούν». Οι FT κάνουν ειδική μνεία σε δύο υπάρχοντες αγωγούς που θα μπορούσαν ενδεχομένως να επεκταθούν, τον East-West στη Σαουδική Αραβία που συνδέει Τζουμπάιλ και Γιανμπού και τον αγωγό της Φουτζάιρα στα Εμιράτα. Για τον IMEC αναφέρουν ότι μπορεί να θεωρηθεί «πολιτικά προβληματικό» το γεγονός ότι εκείνος επρόκειτο με βάση τα αρχικά σχέδια να καταλήξει στο ισραηλινό λιμάνι της Χάιφα. Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, μιλάμε για πρότζεκτ υδρογοναθράκων. Τι γίνεται στο άλλο μέτωπο της πράσινης ενέργειας;
Δύο ανταγωνιστικά μπλοκ
Ο Αμερικανός ιστορικός Νιλς Γκίλμαν, ανώτερος σύμβουλος στην αμερικανική δεξαμενή σκέψης Berggruen Institute, γράφει σε ανάλυσή του στο περιοδικό Foreign Policy για δύο «αντίπαλα» μπλοκ κρατών: τα «ηλεκτροκράτη» («electrostates») από τη μία πλευρά – και τα «πετροκράτη» ή «πετρελαιοκράτη» («petrostates») από την άλλη. Ο Γκίλμαν υποστηρίζει ότι είναι πια σε εξέλιξη ένας «οικολογικός ψυχρός πόλεμος» («ecological cold war»), στο πλαίσιο του οποίου συγκρούονται δύο ανταγωνιστικά μπλοκ: η «Πράσινη Αντάντ» («Green Entente») από τη μία μεριά, στο κέντρο της οποίας βρίσκεται η «ηλεκτρική» Κίνα, ένα μπλοκ χωρών οι οποίες επενδύουν σε ηλιακά πάνελ, ανεμογεννήτριες, ηλεκτρικά οχήματα, μπαταρίες κ.ά. – και ο «Αξονας των Πετροκρατών» («Axis of Petrostates») από την άλλη, που απαρτίζεται από χώρες όπως είναι, μεταξύ άλλων, οι ΗΠΑ του Τραμπ, η Ρωσία του Πούτιν και οι μοναρχίες του Κόλπου, χώρες που έχουν εξαρτήσει τη μελλοντική τους ισχύ και δημοσιονομική επιβίωση από την παράταση της εποχής των ορυκτών καυσίμων.
Το μέλλον διαγράφεται αβέβαιο. Ο πόλεμος στο Ιράν είναι πολύ πιθανό, ωστόσο, να λειτουργήσει ως (άλλος ένας) καταλύτης εξελίξεων.

