Καθώς ο πόλεμος των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν έχει ήδη επιπτώσεις στις οικονομίες ανά τον κόσμο, οι κεντρικές τράπεζες πολλών χωρών και πρωτίστως όσων εισάγουν μεγάλο όγκο πετρελαίου επιχειρούν να τονώσουν τις οικονομίες τους και τα νομίσματά τους πωλώντας ομόλογα του αμερικανικού δημοσίου. Συνεπεία αυτής της ρευστοποίησης τα ομόλογα του αμερικανικού δημοσίου ξένων κεντρικών τραπεζών που βρίσκονται στα θησαυροφυλάκια της Fed Νέας Υόρκης έχουν μειωθεί κατά 82 δισ. δολ. σε σύγκριση με τα προ του πολέμου επίπεδα. Εχουν περιοριστεί στα 2,7 τρισ. δολ. καταγράφοντας τα χαμηλότερα επίπεδα από το 2012.
Πολλές χώρες και πρωτίστως όσες εισάγουν μεγάλο όγκο πετρελαίου επιχειρούν να τονώσουν τις οικονομίες τους και τα νομίσματά τους.
Η θεαματική αυτή μείωση από την αρχή του πολέμου σκιαγραφεί τον αντίκτυπο που έχει στις οικονομίες ανά τον κόσμο η εκτόξευση των τιμών της ενέργειας αφ’ ης στιγμής έκλεισαν τα Στενά του Ορμούζ, όπως και τις πιέσεις που δέχονται τα νομίσματά τους από την άνοδο του δολαρίου. Συμπίπτει, έτσι, και με τις προσπάθειες πολλών κεντρικών τραπεζών να στηρίξουν τα νομίσματά τους με επαναλαμβανόμενες παρεμβάσεις στις αγορές συναλλάγματος και πωλήσεις δολαρίων. Σύμφωνα με τον Μπραντ Σέτσερ, στέλεχος του αμερικανικού Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων που παρακολουθεί τις ξένες επενδύσεις σε ομόλογα του αμερικανικού δημοσίου, η Τουρκία, η Ινδία και η Ταϊλάνδη συγκαταλέγονται μεταξύ όσων έχουν πουλήσει μεγάλο όγκο ομολόγων καθώς εισάγουν πετρέλαιο και καταβάλλουν τώρα υψηλότερες τιμές λόγω του πολέμου. «Πολλές χώρες δεν θέλουν να υποτιμηθούν τα νομίσματά τους, επειδή κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε μεγάλη αύξηση του κόστους της αγοράς πετρελαίου», τονίζει ο ίδιος και επισημαίνει πως μια υποτίμηση των νομισμάτων τους θα συνεπαγόταν επίσης είτε αναγκαστική δημοσιονομική χαλάρωση με επιδοτήσεις είτε μεγάλες δυσκολίες για τα νοικοκυριά αυτών των χωρών.
Ειδικότερα, η Τουρκία εκτιμάται ότι έχει πουλήσει σημαντικό όγκο τίτλων του αμερικανικού δημοσίου, δεδομένου ότι έχει ανακοινώσει πωλήσεις ξένων τίτλων ύψους 22 δισ. δολ. από τα συναλλαγματικά διαθέσιμα της κεντρικής τράπεζας. Μεγάλος όγκος των πωλήσεων έχει γίνει από τις 27 Φεβρουαρίου και μετά, από την τελευταία ημέρα πριν από το πρώτο αμερικανικό πλήγμα κατά του Ιράν, και σύμφωνα με τον Μπραντ Σέτσερ, σημαντικό τμήμα τους πρέπει να ήταν ομόλογα του αμερικανικού δημοσίου. Παράλληλα, άλλα στοιχεία από τις κεντρικές τράπεζες της Ταϊλάνδης και της Ινδίας καταδεικνύουν πως έχουν πουληθεί ξένοι τίτλοι από τα διαθέσιμά τους και οι πωλήσεις έχουν γίνει μετά την έναρξη του πολέμου κατά του Ιράν. Παραμένει, ωστόσο, άγνωστο κατά πόσον πρόκειται όντως για τίτλους του αμερικανικού δημοσίου.
Η Μέγκαν Σουίμπερ της Bank of America πιθανολογεί, επίσης, ότι είναι πετρελαιοπαραγωγοί χώρες της Μέσης Ανατολής που προχωρούν σε πωλήσεις αμερικανικών τίτλων, προκειμένου να αναπληρώσουν τα έσοδα που χάνουν από το πετρέλαιο. Τονίζει, πάντως, ότι οι χώρες αυτές αντιπροσωπεύουν σχετικά μικρή μερίδα των αμερικανικών τίτλων που βρίσκονται στα χέρια ξένων θεσμικών επενδυτών. Οπως επισημαίνουν αναλυτές της αγοράς ομολόγων, η τάση πολλών κεντρικών τραπεζών να αντλήσουν ρευστότητα πωλώντας τίτλους του αμερικανικού δημοσίου συμπίπτει με μια αρνητική συγκυρία για το αμερικανικό χρέος που ήδη υφίσταται πιέσεις, καθώς οι επενδυτές εκφράζουν φόβους πως ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή θα προκαλέσει νέα επιτάχυνση του πληθωρισμού. Η ανησυχία αυτή της αγοράς ομολόγων έχει ήδη εξωθήσει τις αποδόσεις τόσο των δεκαετών όσο και των διετών ομολόγων του αμερικανικού δημοσίου, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη άνοδό τους από το 2024. Και το αποτέλεσμα είναι η άνοδος του κόστους δανεισμού των ΗΠΑ τόσο για το αμερικανικό δημόσιο όσο και για τις αμερικανικές επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά. Σημειωτέον, άλλωστε, ότι τα τελευταία χρόνια έχουν μειωθεί οι επενδύσεις ξένων θεσμικών επενδυτών σε ομόλογα του αμερικανικού δημοσίου, στο πλαίσιο μιας μάλλον διεθνούς τάσης για μείωση της έκθεσής τους στο δολάριο.

