Βροχή αγωγών για επιστροφές χρημάτων από τους δασμούς Τραμπ

Βροχή αγωγών για επιστροφές χρημάτων από τους δασμούς Τραμπ

Γραφειοκρατικός γολγοθάς και αβεβαιότητα για χιλιάδες επιχειρήσεις στον ένα χρόνο από την «Ημέρα απελευθέρωσης»

3' 15" χρόνος ανάγνωσης

Ενας χρόνος συμπληρώνεται αύριο από τότε που ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ κήρυξε με τυμπανοκρουσίες την περίφημη «Ημέρα απελευθέρωσης», υποσχόμενος μια νέα εποχή οικονομικής κυριαρχίας, μέσα από ένα πακέτο δασμών επιβεβλημένο, όπως είπε, για λόγους «εθνικής ανάγκης». Στις βιομηχανικές ζώνες της χώρας, στα καταστήματα λιανικής και τα άδεια ταμεία χιλιάδων επιχειρήσεων η επέτειος αυτή αντηχεί σήμερα ως πικρή ειρωνεία. Τα 166 δισ. δολάρια που άντλησε η κυβέρνηση από τους δασμούς –που κρίθηκαν τελικά παράνομοι από το Ανώτατο Δικαστήριο– καταγράφονται πλέον ως ο μεγαλύτερος αυθαίρετος φόρος στην Ιστορία των ΗΠΑ, ενώ άφησαν πίσω μεγάλη οικονομική αβεβαιότητα. Για τον μέσο Αμερικανό επιχειρηματία η ακύρωση των δασμών δεν έφερε την αναμενόμενη ανακούφιση, αλλά σηματοδότησε την αρχή μιας νέας δοκιμασίας. Χιλιάδες εταιρείες αγνοούν, όχι μόνο πότε και πώς, -αλλά και αν θα λάβουν επιστροφές χρημάτων, μια διαδικασία που περιπλέκεται ακόμη περισσότερο επειδή η ομοσπονδιακή κυβέρνηση δεν είναι πρόθυμη να επιστρέψει τα «παράνομα αποκτηθέντα» κέρδη. Από τον Απρίλιο του 2025, 330.000 εισαγωγείς πλήρωσαν δασμούς –σε 53 εκατ. αποστολές– τους οποίους το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι ο Τραμπ δεν είχε εξουσία να επιβάλει. Το αποτέλεσμα είναι ένας νομικός πονοκέφαλος, με περισσότερες από 3.000 αγωγές να έχουν κατατεθεί κατά της κυβέρνησης στο Δικαστήριο Διεθνούς Εμπορίου από εταιρείες που ελπίζουν ότι θα λάβουν γρήγορα επιστροφή χρημάτων.

Στην Τάμπα, η Endless Pens που ειδικεύεται στην πώληση πολυτελών ειδών γραφής βρίσκεται στο χείλος της πτώχευσης, με τον ιδιοκτήτη της να δηλώνει ότι αν δεν λάβει τα 175.000 δολάρια της επιστροφής μέχρι τον Ιούλιο, το «λουκέτο» είναι αναπόφευκτο. Στο Μαϊάμι, η εταιρεία οπτικών Innovative Eyewear βλέπει τα κεφάλαια που προορίζονταν για το εορταστικό απόθεμα να παραμένουν εγκλωβισμένα στον κρατικό κορβανά. Ακόμη και ιστορικές οικογενειακές επιχειρήσεις, όπως η International Coconut Corp στο Νιου Τζέρσεϊ, είδαν τα κέρδη δεκαετιών να εξανεμίζονται, με τους ιδιοκτήτες της να αναγκάζονται να απολύουν προσωπικό για να καλύψουν τα έξοδα. Η όλη διαδικασία υπό την επίβλεψη του δικαστή Ρίτσαρντ Ιτον –ο οποίος ορίστηκε από το Δικαστήριο Διεθνούς Εμπορίου να αποφασίσει για όλες τις αγωγές επιστροφής χρημάτων– εξελίσσεται σε λογιστικό εφιάλτη.

Η απαίτηση της Υπηρεσίας Τελωνείων για την καταγραφή κάθε μεμονωμένου προϊόντος σε δαιδαλώδη υπολογιστικά φύλλα αποτελεί ένα δυσβάσταχτο διοικητικό βάρος, ειδικά για τις μικρές επιχειρήσεις που δεν διαθέτουν στρατιές λογιστών. Η σύγχυση επιτείνεται από την ίδια τη στάση του Αμερικανού προέδρου, ο οποίος, παρά τη δικαστική απόφαση, αμφισβητεί την αναγκαιότητα των επιστροφών και απειλεί με νέο γύρο δασμών, βυθίζοντας την αγορά σε νέο φαύλο κύκλο ανασφάλειας. Την ίδια στιγμή, μεγάλες αλυσίδες όπως η Costco βρίσκονται αντιμέτωπες με αγωγές από καταναλωτές που διεκδικούν μερίδιο των επιστροφών, υποστηρίζοντας ότι αυτοί ήταν τα πραγματικά θύματα που πλήρωσαν τις αυξημένες τιμές στα ράφια. Ταυτόχρονα, παραδοσιακοί ψηφοφόροι του Τραμπ οι οποίοι πίστεψαν στο όραμα μιας «φιλικής προς την επιχειρηματικότητα» κυβέρνησης, ανακαλύπτουν τώρα ότι ο προστατευτισμός μετατράπηκε σε γραφειοκρατική θηλιά.

Ο Τζιμ Φόστερ, ιδιοκτήτης της Global-Pak, μιας εταιρείας διανομής βιομηχανικών συσκευασιών με έδρα το Οχάιο, δαπάνησε περίπου επτά εκατ. δολάρια, πληρώνοντας τους πλέον ακυρωμένους δασμούς. Αναγκάστηκε να καταφύγει σε πίστωση και να ζητήσει από την τράπεζα αύξηση για να καλύψει τους δασμούς, οι οποίοι πρέπει να καταβληθούν όταν το προϊόν του φτάσει στο λιμάνι. Αναγκάστηκε έτσι να αυξήσει τις τιμές προϊόντων, ενώ πλέον δέχεται πολλές κλήσεις από πελάτες που ρωτούν πότε θα λάβουν επιστροφή χρημάτων. Τα προϊόντα συσκευασίας που προμηθεύει προέρχονται από την Ινδία, την Κίνα, το Βιετνάμ και το Μπαγκλαντές και μία και μόνο παραγγελία θα μπορούσε να υπόκειται σε τρεις διαφορετικούς δασμολογικούς συντελεστές, ανάλογα με τα προϊόντα που αγοράζονται. Επίσης πιστεύει ότι θα πρέπει να πληρώσει υπερωρίες και να προσθέσει έναν προσωρινό λογιστή στο προσωπικό του των 48 ατόμων για να βοηθήσει στην ταξινόμηση χιλιάδων παραγγελιών. Παραμένει αισιόδοξος ότι θα τα καταφέρει, αλλά αναμένει ότι θα χρειαστούν 10.000 έως 20.000 δολάρια για να τα τακτοποιήσει όλα. Οταν ψήφισε Τραμπ, λέει, θεωρούσε ότι ψήφιζε έναν πρόεδρο που ήταν πιο φιλικός προς τις επιχειρήσεις. «Θα προτιμούσα όμως να πληρώνω υψηλότερους φόρους παρά δασμούς. Θα ήταν πιο εύκολο», λέει στη WSJ.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT