Εκτακτη συνεδρίαση μέσω τηλεδιάσκεψης πραγματοποιείται σήμερα από τους υπουργούς Ενέργειας της Ευρωπαϊκής Ενωσης, εν μέσω αυξανόμενων ανησυχιών τόσο για την ασφάλεια του εφοδιασμού, όσο και για τη σταθερότητα των αγορών καυσίμων.
Η πρωτοβουλία ενεργοποιείται για πρώτη φορά εδώ και τρία χρόνια, από την τελευταία δηλαδή ενεργειακή κρίση του 2022 μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και αντανακλά τη σοβαρότητα της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί λόγω της παρατεταμένης κρίσης που προκαλεί ο πόλεμος στο Ιράν και του αποκλεισμού των Στενών του Ορμούζ, ενός από τα σημαντικότερα περάσματα για τη διακίνηση πετρελαίου παγκοσμίως.
Η Κομισιόν, διά του αρμόδιου επιτρόπου Ενέργειας Νταν Γιόργκενσεν, καλεί τα κράτη-μέλη να προετοιμαστούν για ένα σενάριο παρατεταμένων διαταραχών στην τροφοδοσία. Σε επιστολή του προς τους υπουργούς Ενέργειας ενόψει της σημερινής συνάντησης ο επίτροπος επισημαίνει ότι η Ενωση διαθέτει περιορισμένα περιθώρια επιρροής στις διεθνείς τιμές ενέργειας και, ως εκ τούτου, η έμφαση θα πρέπει να δοθεί στη διαχείριση της ζήτησης και στη διατήρηση της συνοχής της εσωτερικής αγοράς.
Ανάμεσα στις συστάσεις της Κομισιόν προς τα κράτη-μέλη είναι η αποφυγή μέτρων που ενδέχεται να επιδεινώσουν την κρίση. Στη σχετική επιστολή ο Νταν Γιόργκενσεν φέρεται να προειδοποιεί ότι πολιτικές όπως γενικευμένες επιδοτήσεις καυσίμων ή περιορισμοί στις διασυνοριακές ροές πετρελαιοειδών μπορούν να οδηγήσουν σε αύξηση της ζήτησης, σε μια περίοδο περιορισμένης προσφοράς, εντείνοντας τις πιέσεις στις τιμές και προκαλώντας στρεβλώσεις μεταξύ των κρατών-μελών.
Ηδη, άλλωστε, παρατηρούνται φαινόμενα «ενεργειακού τουρισμού», με οδηγούς να μετακινούνται σε γειτονικές χώρες για φθηνότερα καύσιμα.
Για τον λόγο αυτόν, η Κομισιόν προκρίνει στοχευμένες παρεμβάσεις εξοικονόμησης ενέργειας, με ιδιαίτερη έμφαση στον τομέα των μεταφορών, ο οποίος εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εισαγωγές ντίζελ και καυσίμων αεροπορίας από την περιοχή του Κόλπου.
Μεταξύ των επιλογών που τίθενται στο τραπέζι είναι η ενθάρρυνση της τηλεργασίας, η μείωση των μετακινήσεων και η υιοθέτηση πιο αποδοτικών πρακτικών κατανάλωσης καυσίμων.
Στο μεταξύ, ζητείται από τα κράτη-μέλη να ενισχύσουν τον συντονισμό και την ανταλλαγή πληροφοριών, να εξετάσουν την αναβολή μη αναγκαίων εργασιών συντήρησης στα διυλιστήρια και να διερευνήσουν τη μεγαλύτερη χρήση βιοκαυσίμων ως υποκατάστατο των ορυκτών καυσίμων.
Οι προκλήσεις, ωστόσο, είναι αρκετές καθώς η Ε.Ε. καλύπτει περίπου το 60% των ενεργειακών της αναγκών μέσω εισαγωγών και με το κόστος των καυσίμων να αυξάνεται αισθητά, οι κυβερνήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με την πίεση να στηρίξουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Κάποια κράτη-μέλη, ιδίως από τον ευρωπαϊκό Βορρά, εκτιμούν ότι σε συνθήκες περιορισμένης προσφοράς, η υπερβολική παρέμβαση μπορεί να αποδειχθεί αντιπαραγωγική.
Η σημερινή συνεδρίαση αναμένεται να αποτυπώσει αυτήν ακριβώς την ισορροπία: ανάμεσα στην ανάγκη πολιτικής ανταπόκρισης και στον κίνδυνο λήψης μέτρων που, αντί να εκτονώσουν, ενδέχεται να επιδεινώσουν την ενεργειακή κρίση.

