Tο Βερολίνο χαρτογραφεί τις αδυναμίες των ΗΠΑ

Διερευνά ποια μέτρα θα μπορούσε να λάβει η Ε.Ε. σε έναν νέο εμπορικό πόλεμο

3' 51" χρόνος ανάγνωσης

Ενα «ποτέ ξανά» φαίνεται να έχουν πει μεταξύ τους οι ηγεσίες των ευρωπαϊκών χωρών μετά τις αφόρητες πιέσεις που έχουν υποστεί τον τελευταίο χρόνο από τον Ντόναλντ Τραμπ, με κορύφωση την απαίτησή του για τη συμμετοχή τους στον πόλεμο κατά του Ιράν. Επιχειρούν, έτσι, να καταστρώσουν το δικό τους σχέδιο και ένα πλαίσιο γεωπολιτικής στρατηγικής ώστε να αντιμετωπίσουν τις κάθε λογής επιθέσεις της Ουάσιγκτον πρωτίστως. Δευτερευόντως να τιθασεύσουν τη διαρκώς διογκούμενη ισχύ της Κίνας.

Πρωταγωνιστικό ρόλο έχει αναλάβει το Βερολίνο που χαρτογραφεί τις αδυναμίες των ΗΠΑ και ειδικότερα τις ρωγμές στις εφοδιαστικές αλυσίδες της αμερικανικής οικονομίας, στις οποίες θα μπορούν να ασκήσουν πίεση οι Ευρωπαίοι αν παραστεί ανάγκη. Στα σχέδια του Βερολίνου αναφέρεται σχετικό ρεπορτάζ του Bloomberg, το οποίο επικαλούμενο ανώνυμες πηγές προσκείμενες στο εν λόγω σχέδιο τονίζει ότι στόχος της γερμανικής κυβέρνησης είναι να επιτύχει τη συναίνεση ανάμεσα στις χώρες-μέλη της Ε.Ε. ως προς το πώς θα κάνουν χρήση των όποιων μοχλών πίεσης διαθέτουν αν και όταν βρεθούν και πάλι σε μια διελκυστίνδα με τον Λευκό Οίκο. Από τα πρώτα σημεία πίεσης που εξετάζονται είναι να μπουν στο στόχαστρο οι μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας που διατηρούν στενούς δεσμούς με τον Λευκό Οίκο, η δυνατότητα να καταφέρει η Ευρώπη πλήγμα στην επενδυτική έκρηξη που γνωρίζει η υπερδύναμη στον κλάδο της τεχνητής νοημοσύνης και η οποία έχει οδηγήσει στα ύψη τις αμερικανικές μετοχές και να επιδιωχθεί η εκτόξευση των τιμών των φαρμάκων για τους Αμερικανούς ψηφοφόρους, ένα θέμα στο οποίο έχει δώσει ιδιαίτερη προσοχή ο Αμερικανός πρόεδρος και έχει ασκήσει ιδιαίτερες πιέσεις.

Ανάλογη διαδικασία βρίσκεται σε εξέλιξη στις Βρυξέλλες καθώς η Κομισιόν χαρτογραφεί τα σημεία αδυναμίας της Ε.Ε. ενόψει της χάραξης νέας στρατηγικής και οι αξιωματούχοι των Βρυξελλών εξετάζουν πώς θα μπορούσε η Ε.Ε. να κάνει χρήση των ισχυρών σημείων της έναντι των ανταγωνιστών της. Το ισχυρό στοιχείο της Ε.Ε. είναι η ενιαία αγορά των 450 εκατ. πολιτών της με τη μεγάλη αγοραστική τους δύναμη και τυχόν αποκλεισμός των αμερικανικών επιχειρήσεων από αυτήν την αγορά αποτελεί το ισχυρότερο οικονομικό όπλο της Ευρώπης. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και οι Ευρωπαίοι επενδυτές έχουν στην κατοχή τους, άλλωστε, αμερικανικές μετοχές αξίας 10,4 τρισ. δολ., περίπου το 15,3% της αγοράς. Κρατούν επίσης τίτλους του αμερικανικού δημοσίου αξίας 3,4 τρισ. δολ. και ομόλογα αμερικανικών εταιρειών αξίας 2,9 τρισ. δολ. Ολα αυτά αντιπροσωπεύουν περίπου το 50% των αμερικανικών μετοχών που βρίσκονται στα χέρια ξένων επενδυτών και περίπου το ένα τρίτο των ομολόγων του αμερικανικού δημοσίου, συν το 57% του εταιρικού χρέους που ελέγχουν ξένοι επενδυτές.

Από τα πρώτα σημεία πίεσης που εξετάζονται είναι να τεθούν στο στόχαστρο οι μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας που διατηρούν στενούς δεσμούς με τον Λευκό Οίκο.

Μιλώντας για το θέμα ενώπιον του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων, ο Τομπάις Γκέρκε, ειδικός επί θεμάτων στρατηγικής, τόνισε πως «αν συσπειρωθούμε, οι Ευρωπαίοι μπορούμε να αποδείξουμε στον Τραμπ ότι είμαστε έτοιμοι να του αντιπαρατεθούμε». Ο ίδιος προσέθεσε πως «αν η Ευρώπη μπορεί αξιόπιστα να αποδείξει ότι δεν αποδίδουν αυτές οι τακτικές της πίεσης, σταδιακά θα αποδυναμωθούν όσες δυνάμεις υποστηρίζουν τον Τραμπ στην Ουάσιγκτον». Η προβληματική του Βερολίνου φάνηκε από την περασμένη εβδομάδα όταν ο Γερμανός καγκελάριος, Φρίντριχ Μερτς, τόνισε ενώπιον του γερμανικού κοινοβουλίου πως η Ευρώπη πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι οφείλει να ετοιμαστεί να χρησιμοποιήσει κάθε μοχλό πίεσης. «Προσδιορίζουμε τα συμφέροντά μας», υπογράμμισε, «και παράλληλα τα μέσα για να τα υπερασπιστούμε».

Εξάλλου, εκπρόσωπος του γερμανικού υπουργείου Οικονομικών τόνισε ότι το εμπόριο χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο ως εργαλείο για να προωθήσουν οι χώρες τα εθνικά τους συμφέροντα. «Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση καταγράφει προσεκτικά τις εξελίξεις και ειδικότερα όσες αφορούν τις εφοδιαστικές αλυσίδες κρίσιμων προϊόντων και τα σημεία αδυναμίας της αμερικανικής οικονομίας, καθώς και τους τομείς στους οποίους εξαρτάται από άλλους», τόνισε ο ίδιος και υπογράμμισε ότι «εξετάζει όχι μόνον τυχόν εξαρτήσεις της αμερικανικής οικονομίας αλλά και τις εξαρτήσεις όσων χωρών εισάγουν προϊόντα από τη Γερμανία και γενικότερα από την Ε.Ε.».

Είναι σαφές πως οι απειλές του Ντόναλντ Τραμπ ότι θα καταλάβει τη Γροιλανδία επέφεραν μεταβολές στον τρόπο σκέψης των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Για πολλούς η υπόθεση της Γροιλανδίας απέδειξε καθοριστικά ότι έχει λήξει η εποχή της αμοιβαίας δέσμευσης ανάμεσα στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Και όπως τόνισε την Τρίτη ο Γερμανός πρόεδρος Φρανκ Βάλτερ Στάινμαγερ, «δεν υπάρχει δρόμος επιστροφής στην πρότερη κατάσταση». Η Γηραιά Ηπειρος έχει ήδη προσαρμόσει τη βιομηχανική της πολιτική στο νέο συγκρουσιακό διεθνές περιβάλλον και δρομολογεί νέα νομοθεσία που δίνει προτεραιότητα στις εγχώριες εταιρείες όταν πρόκειται για δημόσιες προμήθειες, ενώ ασκεί πιέσεις για να προτιμώνται τα εξαρτήματα ευρωπαϊκής κατασκευής. Ισχυρό όπλο της είναι επίσης μια ενδεχόμενη επιβολή αυστηρών ελέγχων στις εξαγωγές της Ε.Ε., ειδικότερα όταν πρόκειται για τις ΗΠΑ καθώς η αμερικανική οικονομία εξαρτάται από τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις για τα χημικά που χρησιμοποιούνται στην κατασκευή μικροεπεξεργαστών.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT