Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δεν πρόκειται να μείνει αδρανής απέναντι σε ένα νέο κύμα πληθωρισμού που θα μπορούσε να προκληθεί από την εκτίναξη των τιμών ενέργειας λόγω του πολέμου στο Ιράν, διεμήνυσε η Κριστίν Λαγκάρντ. Είναι έτοιμη να δράσει «σε οποιαδήποτε συνεδρίαση» και δεν θα «παραλύσει από δισταγμό», όπως τόνισε.
Ειδικότερα, σε ομιλία της στη Φρανκφούρτη, η Λαγκάρντ ξεκαθάρισε ότι η ΕΚΤ θα αντιδράσει «δυναμικά» ή με «επίμονο» τρόπο εάν ο πληθωρισμός παραμείνει πολύ πάνω από τον στόχο του 2% για μεγάλο χρονικό διάστημα, αλλά πρόσθεσε ότι ακόμη και μια πιο μέτρια υπέρβαση θα μπορούσε να απαιτήσει μια «μετρημένη» κίνηση των επιτοκίων. «Εάν το σοκ οδηγήσει σε μια μεγάλη, αν και όχι πολύ επίμονη, υπέρβαση του στόχου μας, θα μπορούσε να δικαιολογηθεί κάποια μετρημένη προσαρμογή της πολιτικής», δήλωσε η Λαγκάρντ.
Η ΕΚΤ άφησε τα επιτόκια αμετάβλητα την περασμένη εβδομάδα, αλλά προειδοποίησε για μια επερχόμενη αύξηση των τιμών και οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής συζητούν τώρα σε ποιο σενάριο θα χρειαστεί να αυξήσουν τα επιτόκια για να αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο εδραίωσης της ταχείας αύξησης των τιμών. Ο επικεφαλής της Bundesbank Γιοάχιμ Νάγκελ και άλλοι αξιωματούχοι έχουν ήδη αφήσει ανοικτό το ενδεχόμενο αύξησης επιτοκίων ακόμη και από τον Απρίλιο, εφόσον επιδεινωθούν οι προοπτικές των τιμών.
Η Λαγκάρντ αναφέρθηκε στα δύο αρνητικά σενάρια που περιέγραψε η ΕΚΤ την περασμένη εβδομάδα για τις επιπτώσεις του πολέμου στην ανάπτυξη και στον πληθωρισμό της Ευρωζώνης. Στο δυσμενές σενάριο, ο πληθωρισμός θα κορυφωθεί πάνω από 4% το δεύτερο εξάμηνο του τρέχοντος έτους, αλλά θα επιστρέψει στον στόχο μέχρι τα μέσα του 2027, ενώ στο πιο «σοβαρό» σενάριο, ο πληθωρισμός θα κορυφωθεί πάνω από 6% στις αρχές του επόμενου έτους και δεν θα επιστρέψει στον στόχο τα επόμενα χρόνια. «Εάν αναμένουμε ότι ο πληθωρισμός θα αποκλίνει σημαντικά και επίμονα από τον στόχο, η αντίδραση πρέπει να είναι κατάλληλα δυναμική ή επίμονη», δήλωσε η Λαγκάρντ. «Διαφορετικά, θα ενεργοποιηθούν αυτοενισχυόμενοι μηχανισμοί και ο κίνδυνος αποσταθεροποίησης θα γίνει οξύς».
Παράλληλα, ο επικεφαλής οικονομολόγος της ΕΚΤ, Φίλιπ Λέιν, δήλωσε ότι οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής θα κρίνουν ποιο σενάριο ταιριάζει καλύτερα «σε κάθε συνεδρίαση», και ουσιαστικά άφησε στο «τραπέζι» την πιθανότητα η ΕΚΤ να αυξήσει τα επιτόκια ακόμα και τον Απρίλιο ή τον Ιούνιο.
Η Λαγκάρντ, από την πλευρά της, δήλωσε ότι η κεντρική τράπεζα είναι έτοιμη να δράσει «σε οποιαδήποτε συνεδρίαση» και, ενώ θα περιμένει «επαρκείς πληροφορίες» πριν αλλάξει πολιτική, δεν θα «παραλύσει από δισταγμό».
Σύμφωνα και με τους δύο, η ΕΚΤ πρέπει να είναι σε εγρήγορση για πρώιμα προειδοποιητικά σημάδια ότι το σοκ ενσωματώνεται στην ευρύτερη δυναμική του πληθωρισμού και πρέπει να εντοπίσει τέτοιες δευτερογενείς επιπτώσεις, μεταξύ άλλων μέσω των μισθών ή των πληθωριστικών προσδοκιών. «Καθώς οι αναμενόμενες αποκλίσεις από τον στόχο μας για τον πληθωρισμό γίνονται μεγαλύτερες και πιο επίμονες, τα επιχειρήματα για δράση γίνονται ισχυρότερα», υποστήριξε η Λαγκάρντ.
Ο Λέιν επεσήμανε τις προσδοκίες των εταιρειών για τις αυξήσεις τιμών και τους μισθούς για τις νέες προσλήψεις ως μερικούς από τους βασικούς δείκτες που θα παρακολουθεί η ΕΚΤ.
Οι αγορές αναμένουν δύο έως τρεις αυξήσεις επιτοκίων από την ΕΚΤ φέτος, καθώς βλέπουν τον πληθωρισμό πάνω από τον στόχο για αρκετά χρόνια. Ωστόσο, ο Λέιν σημείωσε ότι οι αγορές προβλέπουν «απότομη αύξηση του επιπέδου των τιμών» στην Ευρωζώνη ως αποτέλεσμα των υψηλότερων τιμών ενέργειας, και όχι μία επίμονη αύξηση του πληθωρισμού πάνω από τον στόχο του 2% της ΕΚΤ.
Η ΕΚΤ είχε δεχθεί τα πυρά των αγορών επειδή έδρασε πολύ αργά κατά τη διάρκεια της απότομης αύξησης του πληθωρισμού το 2022. Η κεντρική τράπεζα πίστευε ότι η απότομη αύξηση ήταν παροδική και δεν αύξησε τα επιτόκια μέχρι ο πληθωρισμός να φτάσει περίπου στο 8%, τέσσερις φορές πάνω από τον στόχο της.
Πάντως, η Λαγκάρντ υποστήριξε χθες ότι η τρέχουσα κατάσταση είναι αρκετά διαφορετική. Το ενεργειακό σοκ είναι μικρότερο, ειδικά στην περίπτωση του φυσικού αερίου, η αγορά εργασίας δεν είναι τόσο «σφιχτή», δεν υπάρχει συσσωρευμένη ζήτηση όπως μετά την πανδημία, οι δημοσιονομικές πολιτικές είναι πιο αυστηρές και τα επιτόκια είναι υψηλότερα, όπως εξήγησε.

