Γνώρισε ιλιγγιώδη ανάπτυξη επί δεκαετίες και οι οικονομολόγοι ανά τον κόσμο προέβλεπαν πως με δεδομένο τον καλπασμό της, σύντομα θα ήταν η μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο και θα εκτόπιζε τις ΗΠΑ από την πρώτη θέση. Σήμερα όμως αποτελεί ένα αίνιγμα για τους οικονομολόγους καθώς η οικονομία της συρρικνώνεται, ενώ την ίδια στιγμή εμφανίζεται ισχυρότερη βάσει των περισσότερων μετρήσεων. Εχει υποχωρήσει ως προς τις ΗΠΑ και ως ποσοστό της παγκόσμιας οικονομίας σε σύγκριση με πριν από μία πενταετία.
Ο λόγος βέβαια για την Κίνα, η οποία μέχρι πριν από λίγα χρόνια εντυπωσίαζε με τα διψήφια ποσοστά ανάπτυξης της οικονομίας της. Και σήμερα οι εξαγωγές της αυξάνονται και παρά τα όσα έχει υποστεί από τον Αμερικανό πρόεδρο και τους δασμούς του, έχει συγκεντρώσει εμπορικό πλεόνασμα 1,2 τρισ. δολ. Είναι παγκόσμια ηγετική δύναμη σε εξαιρετικά σημαντικούς κλάδους της βιομηχανίας, όπως τα ηλεκτροκίνητα οχήματα, τα φωτοβολταϊκά, τα ναυπηγεία και τα ανθρωποειδή ρομπότ. Αλλά το μερίδιό της στην παγκόσμια οικονομία περιορίζεται: το 2021 έφτασε στο 18,5% σημειώνοντας το υψηλότερο επίπεδό του και τότε ισοδυναμούσε με τα 2/3 της αμερικανικής οικονομίας. Σύμφωνα με στοιχεία του ΔΝΤ, στα τέλη του περασμένου έτους είχε μειωθεί περίπου στο 16,5%, με αποτέλεσμα τώρα να ισοδυναμεί με λιγότερο από τα 2/3 της αμερικανικής οικονομίας.
Το Πεκίνο όμως εξακολουθεί να παρουσιάζει ρυθμούς ανάπτυξης που παραμένουν υψηλότεροι από εκείνους των ανεπτυγμένων οικονομιών, συμπεριλαμβανομένης της αμερικανικής. Μολονότι για το 2026 προβλέπει τον χαμηλότερο ρυθμό ανάπτυξης από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, εξακολουθεί να προσδοκά πως το ΑΕΠ της θα αυξηθεί φέτος κατά 4,5% με 5%, με διπλάσιο ρυθμό δηλαδή από τον μέσο όρο ανάπτυξης των ΗΠΑ την περασμένη δεκαετία. Τα τελευταία χρόνια όμως αντιμετωπίζει αποπληθωρισμό, ενώ παράλληλα αποδυναμώνεται το γουάν, και ο συνδυασμός αυτών των δύο παραγόντων οδηγεί σε συρρίκνωση της κινεζικής οικονομίας όταν υπολογίζεται σε όρους δολαρίου. Ενώ δηλαδή η κινεζική οικονομία παράγει περισσότερα προϊόντα από ποτέ, η αξία τους σε δολάρια παραμένει στάσιμη.
Αντιμετωπίζει αποπληθωρισμό, αλλά παράλληλα αποδυναμώνεται το γουάν. Ετσι, ενώ παράγει περισσότερα προϊόντα από ποτέ, η αξία τους σε δολάρια παραμένει στάσιμη.
Η συρρίκνωση της κινεζικής οικονομίας έχει ευρύτερες συνέπειες καθώς είναι πρώτα απ’ όλα θέμα εθνικού γοήτρου και στοιχείο της γεωπολιτικής ισχύος της. Υπάρχουν, βέβαια, διαφορετικές μετρήσεις του μεγέθους μιας οικονομίας. Σε όρους δολαρίου το μέγεθος της κινεζικής οικονομίας καταδεικνύει το συνολικό βάρος της έναντι της παγκόσμιας αγοράς. Οταν όμως μετρηθεί με κριτήριο τις μονάδες αγοραστικής δύναμης, δηλαδή πόσο μπορούν να καταναλώσουν οι Κινέζοι στην εγχώρια αγορά τους, τότε η οικονομία της Κίνας υπερβαίνει αισθητά την αμερικανική. Και μια άλλη μέθοδος είναι η σύγκριση δύο οικονομιών χρησιμοποιώντας το δολάριο με την ισοτιμία του σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, που έτσι εξαφανίζει τον αντίκτυπο του πληθωρισμού. Και με αυτή τη μέτρηση η Κίνα αυξάνεται σταθερά.
Οταν το συγκριτικό βάρος της Κίνας άρχισε να υποχωρεί πριν από μερικά χρόνια, πολλές εταιρείες κατελήφθησαν εξαπίνης. Ενδεικτική περίπτωση αποτελεί ο ισπανικός όμιλος Inditex, μητρική εταιρεία της Zara. Ο πρόεδρός του ομίλου, Πάμπλο Ισλα, τόνιζε το 2016 ότι «η Κίνα είναι η υπ’ αριθμόν ένα προτεραιότητά μας». Από το 2010 έως και το 2018 η Inditex άνοιγε στην Κίνα κατά μέσον όρο ένα καινούργιο κατάστημα κάθε εβδομάδα και μέχρι το 2018 είχε σχεδόν 600 καταστήματα στην κινεζική ενδοχώρα. Γρήγορα όμως άρχισαν τα προβλήματα της Κίνας, καθώς από το 2015 και μετά υποχωρούσε το γουάν και άρχισαν να παρουσιάζονται αποπληθωρισμός και εντεινόμενος ανταγωνισμός ανάμεσα στις κινεζικές επιχειρήσεις, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να τις ανταγωνιστούν οι ξένες εταιρείες.
Αρχισε έτσι η αντίστροφη πορεία, όπως σκιαγραφεί η περίπτωση της Inditex, που από 2018 έως σήμερα έχει μειώσει τον αριθμό των καταστημάτων της στην Κίνα κατά περίπου 80%. Και σήμερα πλέον οι πωλήσεις της στην αμερικανική ήπειρο, ακόμη και στην Ισπανία, υπερβαίνουν τις πωλήσεις στην Ασία. Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει η κινεζική οικονομία θυμίζουν την πορεία της Ιαπωνίας που το 1995 αναπτυσσόταν ταχύτατα και ισοδυναμούσε σχεδόν με το 75% της αμερικανικής οικονομίας, αλλά έκτοτε έχει υποχωρήσει σε ποσοστό μικρότερο του 15% των ΗΠΑ. Και ο λόγος είναι η αποδυνάμωση του γιεν και ο αποπληθωρισμός, δύο παράγοντες που υπονόμευσαν την αγοραστική δύναμη των Ιαπώνων. Η Ιαπωνία παραμένει μια σημαντική χώρα, αλλά δεν αποτελεί πλέον την παγκόσμια υπερδύναμη που ήταν τις δεκαετίες του 1980 και του 1990, όταν οι ιαπωνικές εταιρείες αναζητούσαν σε όλο τον κόσμο δαπανηρές επενδύσεις, όπως, για παράδειγμα, το Κέντρο Ροκφέλερ, και κυριαρχούσαν στην παγκόσμια αυτοκινητοβιομηχανία. Αγνωστο βέβαια παραμένει εάν η Κίνα θα ακολουθήσει την ίδια πορεία με την Ιαπωνία.

