Το βαρύτερο και πλέον οδυνηρό τίμημα της πολεμικής σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή αποτυπώνεται στις ανθρώπινες απώλειες. Σε οικονομικό επίπεδο, ο βασικός κίνδυνος εντοπίζεται στην αγορά ενέργειας, με τις τιμές να έχουν αυξηθεί από την έναρξη των εχθροπραξιών. Aυξημένη γεωπολιτική αστάθεια, επιθέσεις σε εγκαταστάσεις παραγωγής και υποδομές πετρελαίου και φυσικού αερίου, καθώς και ουσιαστική διακοπή της διέλευσης μέσω των Στενών του Ορμούζ, απ’ όπου διακινούνται περίπου το ένα τέταρτο του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου και το ένα πέμπτο του παγκόσμιου εμπορίου υγροποιημένου φυσικού αερίου.
Το κρίσιμο ερώτημα για τις επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία δεν αφορά το ύψος των τιμών, αλλά κυρίως τη διάρκεια παραμονής τους σε υψηλά επίπεδα. Η εξέλιξη αυτή εξαρτάται από τη διάρκεια και την ένταση της στρατιωτικής σύγκρουσης, το ενδεχόμενο γεωγραφικής επέκτασής της πέραν των άμεσα εμπλεκόμενων δυνάμεων, καθώς και την έκταση καταστροφών σε ενεργειακές υποδομές. Σε ένα δυσμενές σενάριο παρατεταμένων υψηλών τιμών, οι επιπτώσεις θα εξαρτηθούν κυρίως από τρεις παράγοντες: (i) τους όρους εμπορίου, δηλαδή κατά πόσον μια χώρα είναι καθαρός εισαγωγέας ή εξαγωγέας ενέργειας, (ii) την αντίδραση των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων στην αυξημένη γεωπολιτική αβεβαιότητα, η οποία επηρεάζει τις αποφάσεις κατανάλωσης, αποταμίευσης και επενδύσεων, και (iii) τις παρεμβάσεις των Αρχών –συναρτήσει των δυνατοτήτων στο δημοσιονομικό πεδίο– με στόχο την άμβλυνση των επιπτώσεων στην πραγματική οικονομία και τη διατήρηση της σταθερότητας των τιμών.
Προς τον παρόν, ορισμένοι παράγοντες διασφαλίζουν ένα βαθμό ανθεκτικότητας της παγκόσμιας οικονομίας. Παρά τις εμπορικές διαταραχές, η παγκόσμια οικονομία εισήλθε στην πολεμική σύγκρουση με σχετική δυναμική, όπως αποτυπώθηκε στις έρευνες του Δείκτη Υπευθύνων Προμηθειών ΡΜΙ τους πρώτους δύο μήνες του έτους. Επιπλέον, η εξάρτηση της παγκόσμιας οικονομίας από το πετρέλαιο έχει μειωθεί διαχρονικά. Μετά τις ενεργειακές κρίσεις του 1973-74 και του 1979-80, οι χώρες προχώρησαν σε διαφοροποίηση του ενεργειακού τους μείγματος, με το μερίδιο του πετρελαίου στη συνολική κατανάλωση ενέργειας να έχει υποχωρήσει από το ιστορικά υψηλό του 46% σε επίπεδα κάτω του 30%. Παράλληλα, η τεχνολογική πρόοδος οδήγησε σε βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας: η ενεργειακή ένταση –δηλαδή η ποσότητα ενέργειας που απαιτείται για την παραγωγή μιας μονάδας προϊόντος– έχει μειωθεί κατά περίπου 30% από τις αρχές της δεκαετίας του 2000. Επίσης, παρά την πρόσφατη άνοδο, οι τιμές του πετρελαίου παραμένουν σημαντικά χαμηλότερες σε σύγκριση με τα επίπεδα που είχαν καταγραφεί σε προηγούμενα μεγάλα πετρελαϊκά σοκ. Ωστόσο, εάν οι υψηλές τιμές διατηρηθούν για παρατεταμένο χρονικό διάστημα, τα υφιστάμενα οικονομικά «μαξιλάρια» ενδέχεται σταδιακά να εξαντληθούν, περιορίζοντας την ανθεκτικότητα της παγκόσμιας οικονομίας.

