Τον έλεγχο περίπου 146 ευρωπαϊκών εταιρειών, οι οποίες αδυνατούσαν να αποπληρώσουν τα χρέη τους, έχουν πάρει funds ιδιωτικών πιστώσεων, σύμφωνα με την Goldman Sachs.
Τα στοιχεία του επενδυτικού οίκου ρίχνουν λίγο φως σε έναν από τους πιο αδιαφανείς τομείς τής ύψους 1,8 τρισ. δολαρίων αγοράς ιδιωτικών πιστώσεων (private credit).
Και αυτό γιατί σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στις ΗΠΑ, τα ευρωπαϊκά funds ιδιωτικών πιστώσεων δεν συνηθίζουν να δίνουν στη δημοσιότητα στοιχεία για τις συμμετοχές και το χαρτοφυλάκιό τους.
Το αποτέλεσμα είναι, όπως σημειώνει το Bloomberg, να μην υπάρχουν πολλές ενδείξεις γύρω από τις τυχόν εντάσεις σε αυτό το κομμάτι της αγοράς, που τον τελευταίο καιρό βρίσκεται στο επίκεντρο έντονων ανησυχιών και σύμφωνα με κάποιες εκτιμήσεις θα μπορούσε να αποτελέσει το «σημείο μηδέν» μιας νέας πιστωτικής κρίσης.
Σε ακραίες περιπτώσεις, όταν ένας δανειολήπτης αντιμετωπίζει δυσκολίες, τα funds που έχουν δώσει τα δάνεια ουσιαστικά «παίρνουν τα κλειδιά» της επιχείρησης. Τότε ο δανειστής γίνεται ιδιοκτήτης της εταιρείας και συνήθως διαγράφει μέρος ή και το σύνολο των ανεξόφλητων δανείων, παίρνοντας ως αντάλλαγμα μετοχές. Ενώ η μετατροπή του χρέους σε ιδιοκτησία μπορεί να βοηθήσει τους δανειστές να ανακτήσουν μεγαλύτερο μέρος της επένδυσής τους, εντούτοις οι εταιρείες άμεσου δανεισμού στοχεύουν σε σταθερά έσοδα από τόκους και όχι να αναλάβουν την ευθύνη της λειτουργίας των επιχειρήσεων.
Δάνεια συνολικού ύψους περίπου 38 δισ. δολαρίων, που είχαν δοθεί σε εταιρείες από το 2017, κατέληξαν να είναι προβληματικά.
Μελετώντας μοχλευμένες εξαγορές που χρηματοδοτήθηκαν από ιδιωτικά δάνεια υψηλής εξασφάλισης από το 2017, οι αναλυτές της Goldman Sachs διαπίστωσαν ότι τέτοια δάνεια συνολικού ύψους περίπου 38 δισ. δολαρίων, που είχαν δοθεί σε 150 εταιρείες, κατέληξαν να είναι προβληματικά. Από αυτά, τέσσερις εταιρείες χρεοκόπησαν ή οδηγήθηκαν σε ρευστοποίηση, ενώ στα υπόλοιπα 146 δάνεια, τα funds προχώρησαν σε ανταλλαγές των χρεών με μετοχές.
Βέβαια, με το συνολικό μέγεθος της αγοράς των ιδιωτικών πιστώσεων στην Ευρώπη να παραμένει απροσδιόριστο, δεν μπορεί κανείς να αντιληφθεί από αυτά τα μεγέθη εάν υπάρχει ένα πραγματικά μεγάλο πρόβλημα defaults. Ωστόσο, οι αναλυτές της Goldman Πάτρικ Μπαντάρο και Τζουλιάνα Χάντας τονίζουν ότι δεδομένης της έλλειψης διαφάνειας στην αγορά, τα επίσημα στοιχεία που μιλούν για ποσοστά αθέτησης πληρωμών της τάξης του 2% πιθανότατα «υποτιμούν τις πιέσεις που κρύβονται κάτω από την επιφάνεια». Ασφαλώς, τα ίδια τα private credit funds δεν έχουν λόγο να «διαφημίσουν» τυχόν πιστωτικές δυσκολίες τις οποίες αντιμετωπίζουν, ειδικά την ώρα που η αγορά κλονίζεται από κύμα αναλήψεων από ιδιώτες επενδυτές και ανησυχία για τις επιπτώσεις που θα έχει η τεχνητή νοημοσύνη στον κλάδο του λογισμικού (στον οποίο οι εταιρείες ιδιωτικών πιστώσεων έχουν μεγάλη έκθεση).
Οπως διαπίστωσε η Goldman Sachs, ο μεγαλύτερος αριθμός προβληματικών δανείων (συνολικά 24 από αυτά) δόθηκε το 2017, την εποχή της φθηνής χρηματοδότησης. Πολλές από αυτές τις εταιρείες αργότερα αντιμετώπισαν δυσκολίες κατά τη διάρκεια της πανδημίας, του αυξανόμενου πληθωρισμού και της απότομης αύξησης των επιτοκίων.
Μόνο από το 2023 και μετά, περισσότερες από 100 εταιρείες κατέληξαν υπό τον έλεγχο των δανειστών τους, καθώς η αύξηση του κόστους δανεισμού πίεσε τα οικονομικά τους. Ανάμεσα στις εταιρείες που οδηγήθηκαν σε ανταλλαγές χρέους με μετοχές είναι, σύμφωνα με το Bloomberg, ο βρετανικός οίκος δημοπρασιών Bonhams, ο προμηθευτής τηλεπικοινωνιών Netceed, το ιταλικό brand αθλητικών ειδών Dainese και η γαλλική εταιρεία ακτινολογικών κέντρων Oradianse.
Συνολικά, η Goldman Sachs κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα στοιχεία μαρτυρούν «συγκεντρωμένες εστίες πίεσης», κυρίως μεταξύ των μικρότερων επιχειρήσεων και των κυκλικών βιομηχανιών, και όχι μια επικείμενη συστημική κρίση.
Ο δανεισμός προς μεγαλύτερες, υψηλότερης ποιότητας εταιρείες σε λιγότερο κυκλικούς τομείς φαίνεται ότι προσφέρει κάποια προστασία από τα defaults.

