Το 2025, οι ευρωατλαντικές σχέσεις ταλανίστηκαν σε πρωτοφανή βαθμό, κυρίως λόγω των διακηρύξεων του Αμερικανού προέδρου για τη Γροιλανδία. Είναι βέβαιο ότι αυτό το ζήτημα θα επανέλθει στο προσκήνιο. Θα ήταν όμως ελλιπές να ερμηνευθούν οι επιδιώξεις του προέδρου Τραμπ σε ένα μεμονωμένο πλαίσιο. Η Γροιλανδία αποτελεί ένα κομμάτι σε μια μεγάλη γεωπολιτική παρτίδα, αυτήν της Αρκτικής.
Η Αρκτική είναι μια περιοχή που παραδοσιακά δεν κέντριζε το ενδιαφέρον των αναλυτών. Ωστόσο η κλιματική αλλαγή λειτουργεί ως καταλύτης εξελίξεων στην περιοχή. Το λιώσιμο των πάγων ξεκλειδώνει μια σειρά δυνατοτήτων που μέχρι τώρα ήταν ανέφικτες.
Σύμφωνα με μια εκτίμηση του 2008 από τη Γεωλογική Υπηρεσία των ΗΠΑ, η Αρκτική περιέχει το 30% του παγκόσμιου ανεξερεύνητου φυσικού αερίου και το 13% του πετρελαίου. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν και τα σημαντικά αποθέματα κρίσιμων πρώτων υλών των οποίων η εξόρυξη ήταν αδύνατη μέχρι πρότινος, η Αρκτική αποκτά μεγάλη σημασία για την τεχνολογική και την πράσινη μετάβαση.
Η υποχώρηση των παγετώνων έχει επίδραση και στην παγκόσμια ναυτιλία, καθώς κάνει δυνατή τη χρήση της Βόρειας Θαλάσσιας Οδού (NSR) για τη μεταφορά φορτίων. Αυτή η διαδρομή μπορεί να εξοικονομήσει 30% έως 40% του χρόνου ταξιδιού μεταξύ Ανατολικής Ασίας και Ευρώπης, συγκριτικά με την παραδοσιακή διαδρομή της διώρυγας του Σουέζ. Και ενώ η συνοδεία παγοθραυστικών είναι ακόμα απαραίτητη για τη διεκπεραίωση ταξιδιών μέσω της NSR, το 2017 για πρώτη φορά ένα ρωσικό τάνκερ πραγματοποίησε τη διαδρομή Νορβηγία – Νότια Κορέα μέσω της Βόρειας Θάλασσας χωρίς τη βοήθεια παγοθραυστικού. Το ταξίδι διήρκεσε 19 μέρες.
Από αμυντικής σκοπιάς, το γεγονός ότι η Αρκτική βρίσκεται κυριολεκτικά στην κορυφή της Γης δημιουργεί πληθώρα δυνατοτήτων για την τοποθέτηση δορυφόρων αλλά και τη δημιουργία στρατιωτικών βάσεων που θα επιτρέψουν σε χώρες όπως οι ΗΠΑ και η Κίνα να έχουν δυνατότητα γρήγορης στρατιωτικής επέμβασης σε περιοχές που σήμερα είναι απομακρυσμένες από εκείνες.
Η Ρωσία και η Κίνα, αναγνωρίζοντας τη γεωστρατηγική σημασία που παρουσιάζει αυτή η συγκυρία, προσπαθούν εδώ και χρόνια με μεθοδικότητα να αυξήσουν το αποτύπωμά τους στην περιοχή. Η Ρωσία, λόγω και γεωγραφικής εγγύτητας, έχει χτίσει μια σειρά αμυντικών βάσεων στη Βόρεια Θάλασσα, όπως για παράδειγμα στα νησιά Franz Josef Land και Novaya Zemlya. Παράλληλα, έχει τον μεγαλύτερο στόλο παγοθραυστικών στον κόσμο και έχει καταθέσει σειρά αξιώσεων στον ΟΗΕ, υποστηρίζοντας ότι η κορυφογραμμή Λομονόσοφ στην Αρκτική αποτελεί επέκταση της υφαλοκρηπίδας της.
Η περίπτωση της Κίνας είναι πιο περίπλοκη καθώς η γεωγραφική της θέση δεν προσφέρει εξ ορισμού την παρουσία της στην Αρκτική. Προκειμένου να καλύψει αυτόν τον περιορισμό, το 2018 δημοσίευσε white paper με τίτλο «China’s Arctic Policy» στο οποίο ανακηρύσσει τον εαυτό της ως «near-Arctic state» και καταρτίζει πλάνο για τη δημιουργία ενός «πολικού δρόμου του μεταξιού». Επίσης, έχει δημιουργήσει ένα Αρκτικό Ερευνητικό Κέντρο σε σύμπραξη με ινστιτούτα από όλες τις σκανδιναβικές χώρες, επενδύοντας έτσι στη σύσφιγξη των σχέσεων με μέλη του Arctic Council, όπου η Κίνα έχει ρόλο παρατηρητή.
Φυσικά, τα παραπάνω δεν μπορούν να καταστήσουν αποδεκτή τη στάση του Αμερικανού προέδρου σχετικά με τη Γροιλανδία. Οι ΗΠΑ διαθέτουν ήδη γεωγραφικό εκτόπισμα στην Αρκτική μέσω της Αλάσκας, το οποίο έχουν αμελήσει να αναπτύξουν επαρκώς.
Οι εξελίξεις στην Αρκτική είναι μια ευκαιρία για τη σημερινή κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών να συνειδητοποιήσει τη στρατηγική προέκταση των ευρωατλαντικών σχέσεων. Διότι αν θέλουν να γυρίσουν την παρτίδα, θα χρειαστούν τη βοήθεια της Ευρώπης τόσο λόγω της γεωγραφικής θέσης των σκανδιναβικών χωρών-μελών της Ε.Ε. και της συμμετοχής τους στο πολυμερές Arctic Council, όσο και λόγω της συμπερίληψης των χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης στο ΝΑΤΟ μέσα από το οποίο μπορούν να δημιουργηθούν βιώσιμες στρατηγικές για την εγγύηση της ασφάλειας στην Αρκτική.
* Ο κ. Αλέξανδρος Παπακωνσταντίνου είναι μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Synergia think-tank.

