Η διάρκεια του πολέμου θα είναι ο καθοριστικός παράγοντας από τον οποίο θα εξαρτηθεί η αντοχή της Ευρώπης και των οικονομιών της, που έδειχναν να οδεύουν καλά μέχρι το περασμένο Σάββατο με τον πληθωρισμό κάτω από το όριο του 2% και τη μεγαλύτερη ευρωπαϊκή οικονομία, τη Γερμανία, να τονώνεται από τις αυξημένες δαπάνες. Σε αυτό το συμπέρασμα τείνουν να συγκλίνουν οι εκτιμήσεις αναλυτών και οικονομολόγων, που επισημαίνουν, πάντως, πως ο πόλεμος έρχεται σε μια συγκυρία στην οποία επικρατεί σύγχυση γύρω από το τι ισχύει και τι δεν ισχύει τελικά με τους δασμούς του Τραμπ μετά την ακυρωτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ.
Η ενεργειακή εξάρτηση
Οι ευρωπαϊκές οικονομίες είναι σε σημαντικό βαθμό εξαρτημένες από τους υδρογονάνθρακες της εμπόλεμης ζώνης, αλλά όχι τόσο όσο εξαρτώνται από το πετρέλαιο της Μέσης Ανατολής οι οικονομίες της Ασίας και πρωτίστως η οικονομία της Κίνας. Με την ιδιάζουσα αισιοδοξία του, ο Ντόναλντ Τραμπ υποστηρίζει πως ο πόλεμος θα κρατήσει μόνο τέσσερις εβδομάδες μολονότι τα αμερικανικά πλήγματα κατά του Ιράν έχουν ήδη προκαλέσει κύμα επιθέσεων σε όλες τις χώρες της Μέσης Ανατολής. Αν, πάντως δικαιωθούν οι εκτιμήσεις του απρόβλεπτου προέδρου, η άνοδος των τιμών της ενέργειας θα είναι προσωρινή και περιορισμένη «και οι ζημίες ελεγχόμενες» στην Ευρώπη, σύμφωνα με τους Αντόνιο Μπαρόσο και Σιμόνα Ντέλε Τσιάιε, οικονομολόγους του Bloomberg. Οι δύο οικονομολόγοι δεν είναι, όμως, καθόλου αισιόδοξοι για το πόσο βαρύ θα είναι το πλήγμα στις οικονομίες της Γηραιάς Ηπείρου στην περίπτωση ενός παρατεταμένου πολέμου. Οπως τονίζουν, «ένας παρατεταμένος πόλεμος, που θα κρατήσει σε υψηλά επίπεδα τις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, μπορεί να εξαναγκάσει τις κυβερνήσεις να αυξήσουν τις δημόσιες δαπάνες ώστε να μπορέσουν οι ψηφοφόροι τους να αντεπεξέλθουν στο αυξανόμενο κόστος και τότε αξιωματούχοι και ηγέτες θα βρεθούν υπό πίεση». Οπως, άλλωστε, εκτιμά η Morgan Stanley, μια αύξηση της τιμής του πετρελαίου κατά 10 δολ. το βαρέλι θα εξωθήσει ανοδικά τον πληθωρισμό της Ευρωζώνης κατά 0,4 εκατοστιαίες μονάδες και η οικονομική ανάπτυξη θα είναι κατά 0,15 ποσοστιαίες μονάδες μικρότερη. Στις τελευταίες εκτιμήσεις της, η ΕΚΤ προέβλεπε πως ο πληθωρισμός θα παραμείνει μέχρι το 2028 σε επίπεδα κάτω του στόχου του 2%, ενώ η ανάπτυξη θα επιταχυνθεί στο 1,4% το επόμενο έτος από το 1,2% στο οποίο εκτιμά πως θα φτάσει φέτος.
Οι εκτιμήσεις για πετρέλαιο
Μέχρι στιγμής στην Ευρωζώνη επικρατεί μάλλον ψυχραιμία. Ο Χόλγκερ Σμίεντινγκ, επικεφαλής των οικονομολόγων της επενδυτικής τράπεζας Berenberg, δηλώνει ότι θα εξακολουθήσει να βασίζει τις εκτιμήσεις του για την Ευρωζώνη σε ένα σενάριο στο οποίο οι τιμές του Brent θα κυμαίνονται κατά μέσον όρο στα 65 έως 70 δολάρια το βαρέλι. Επιμένει δηλαδή πως η εκτόξευση που σημείωσαν οι τιμές του «μαύρου χρυσού» τη Δευτέρα φτάνοντας στα 80 δολάρια το βαρέλι, είναι μάλλον μια «βραχυπρόθεσμη άνοδος» και προεξοφλεί ότι «ο Τραμπ θα κάνει πολλά για να αποτρέψει την παραμονή των τιμών της ενέργειας σε υψηλά επίπεδα, καθώς κάτι τέτοιο θα τον πλήξει πολιτικά δεδομένου ότι ακόμη και προτού πλήξει το Ιράν οι ψηφοφόροι τον κατηγορούσαν για την ακρίβεια».
Μια αύξηση του πετρελαίου κατά 10 δολ. το βαρέλι θα ενισχύσει τον πληθωρισμό της Ευρωζώνης κατά 0,4 εκατοστιαίες μονάδες και θα ψαλιδίσει την ανάπτυξη κατά 0,15 ποσοστιαίες μονάδες.
Ο Εντοάρντο Καμπανέλα, οικονομολόγος της UniCredit, και οι Τζέιμι Ρας, Μπιορν βαν Ρόγιε και Ζιάντ Νταούντ του Bloomberg συντάσσονται με την εκτίμηση της Goldman Sachs πως ο πόλεμος μπορεί να οδηγήσει άνετα το πετρέλαιο στα 100 δολ. το βαρέλι. Υπογραμμίζουν, επίσης, πως ήδη οι τιμές του φυσικού αερίου σημείωσαν άνοδο 54% στην Ευρώπη μόλις το Κατάρ ανακοίνωσε ότι διακόπτει την παραγωγή του. Η συγκυρία είναι σίγουρα ατυχής για την Ευρώπη, οι ταμιευτήρες της οποίας βρίσκονται σε ασυνήθιστα χαμηλά επίπεδα, που σημαίνει ότι θα χρειαστεί να εισαγάγει μεγάλες ποσότητες υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) μέσα στο καλοκαίρι για να αναπληρώσει τα αποθέματά της προτού αρχίσει ο επόμενος χειμώνας.
Ευάλωτη η Κίνα
Η οικονομία που κατεξοχήν εξαρτάται από το πετρέλαιο του Ιράν είναι η Κίνα, και μαζί της και πολλές ασιατικές οικονομίες που ήδη βρίσκονται στη δίνη του εμπορικού πολέμου και των δασμών του Τραμπ. Παρά τις αντοχές που έχουν επιδείξει, τώρα θα υποστούν νέα δοκιμασία από τον πόλεμο στο Ιράν, καθώς τουλάχιστον το 50% του πετρελαίου που εισάγουν οι ασιατικές οικονομίες προέρχεται είτε από το Ιράν είτε από την ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής. Μέχρι στιγμής οι ηγέτες σε Κίνα, Ιαπωνία, Νότια Κορέα, Ταϊβάν και Ινδία έχουν επικεντρωθεί στο ζήτημα των Στενών του Ορμούζ, αυτού του στενού αλλά εξαιρετικά σημαντικού θαλάσσιου διαδρόμου που βρίσκεται στα νότια σύνορα του Ιράν και από το οποίο διέρχεται το 20% της παγκόσμιας ροής πετρελαίου. Και στην πλειονότητά τους οι ροές καταλήγουν στην Ασία. Αλλά και για τις χώρες της Ασίας η διάρκεια του πολέμου θα είναι καθοριστική ως προς την κλίμακα των επιπτώσεων που θα υποστούν. Εχουν επιδείξει προνοητικότητα και έχουν συγκεντρώσει μεγάλα αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου, που μπορούν να καλύψουν τις ενεργειακές ανάγκες τους για μερικές εβδομάδες και μερικούς μήνες. Ενας παρατεταμένος πόλεμος στην περιοχή, όμως, ή ένας παρατεταμένος αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ μπορεί να αποτελέσει σοβαρή απειλή για τις οικονομίες τους.
«Η Κίνα δεν έχει τη δυνατότητα να θωρακιστεί έναντι ενός τέτοιου πλήγματος», τονίζει η Μούγιου Σου, κορυφαία αναλύτρια θεμάτων πετρελαίου για την εταιρεία ερευνών αγοράς Kpler στη Σιγκαπούρη. Η ίδια προβλέπει πως ένας παρατεταμένος πόλεμος στο Ιράν «θα είναι καταστρεπτικός όχι μόνο για την Κίνα, αλλά και για όλη την παγκόσμια αγορά». Σύμφωνα με την Kpler, η Κίνα διαθέτει αποθέματα πετρελαίου επαρκή για 115 ημέρες, ενώ διαχειρίζεται τρεις μεγάλους αγωγούς αργού, δύο εκ των οποίων μεταφέρουν πετρέλαιο από τη Ρωσία και το Καζακστάν, και δεν επηρεάζονται από όσα συμβαίνουν στην Μέση Ανατολή.
Η Ιαπωνία και η Ν. Κορέα
Η Ιαπωνία έχει κρατικά και ιδιωτικά αποθέματα πετρελαίου για 254 ημέρες και η Νότια Κορέα για 210 ημέρες, αλλά τα πράγματα είναι πολύ πιο δύσκολα για τις οικονομίες τους, καθώς εξαρτώνται καθοριστικά από τους υδρογονάνθρακες της Μέσης Ανατολής και δεν έχουν παρά πολύ περιορισμένη εγχώρια παραγωγή ενέργειας. Εξάλλου, ακόμη κι αν συνεχιστούν απρόσκοπτα οι ροές ενέργειας από τη Μέση Ανατολή, οι υψηλές τιμές των υδρογονανθράκων θα καταφέρουν υψηλό πλήγμα στις οικονομίες τους. Οι δύο χώρες δαπανούν ήδη πάνω από 100 δισ. δολ. ετησίως για εισαγωγές ενέργειας και οποιαδήποτε αύξηση στις τιμές της ενέργειας θα επιδεινώσει περαιτέρω το εμπορικό τους ισοζύγιο. Εξίσου δύσκολη είναι η κατάσταση για την Ταϊβάν, καθώς πάνω από 96% του πετρελαίου που εισάγει είναι από τη Μέση Ανατολή και τουλάχιστον το 60% διέρχεται από τα Στενά του Ορμούζ.

