Η Ελλάδα έχει πλεονέκτημα έναντι μεγαλύτερων χρηματοοικονομικών κέντρων λόγω του εργατικού της δυναμικού και του προφίλ ασφαλείας, είπε ο Richard Teng, ένας εκ των επικεφαλής της Binance, αναφερόμενος στο πώς ξεχώρισε η χώρα μας πριν από λίγους μήνες, όταν το ανταλλακτήριο κρυπτονομισμάτων την επέλεγε ως έδρα για την παρουσία της στην Ευρώπη.
Η Binance, η οποία μέσω των χαρτοφυλακίων των πελατών της κατέχει περίπου 44 δισ. δολάρια σε bitcoin, υπέβαλε τον περασμένο μήνα αίτηση στην Ελλάδα, προκειμένου να δραστηριοποιηθεί στην Ε.Ε. βάσει του κανονισμού Markets in Crypto-Assets (MiCA). Σημειώνεται ότι όσες εταιρείες κρυπτονομισμάτων θέλουν να συνεχίσουν να λειτουργούν στην αγορά οφείλουν να λάβουν άδεια MiCA έως τον Ιούλιο του 2026.
Μέχρι στιγμής δεν έχει ακόμη εκδοθεί καμία τέτοιου είδους άδεια στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα να αποτελεί απρόσμενη επιλογή για τον κολοσσό του κλάδου των κρυπτονομισμάτων, ο οποίος έχει περίπου 300 εκατ. χρήστες και την παγκόσμια ρυθμιστική έδρα της στο Αμπου Ντάμπι. Συγκριτικά, η Γερμανία έχει εκδώσει 45 και η Ολλανδία 22 τέτοιες άδειες.
«Η άδεια είναι σε μεγάλο βαθμό τυποποιημένη σε ολόκληρη την Ευρώπη, οπότε πρέπει να εξετάσουμε πολλούς ακόμα παράγοντες, είτε κοινωνικούς, είτε το διαθέσιμο ταλέντο, είτε ζητήματα ασφάλειας», δήλωσε ο Teng αυτή την εβδομάδα στο περιθώριο του φόρουμ GFTN στο Τόκιο. «Η Ελλάδα θεωρούμε ότι θα αποτελέσει μια καλή βάση για να επεκταθούμε στην Ευρώπη», συμπλήρωσε.
Ο Teng, που έχει διατελέσει στέλεχος ρυθμιστικών αρχών σε Σιγκαπούρη και Αμπου Ντάμπι, ανέφερε ότι έως την προθεσμία του Ιουλίου είναι στα χέρια της Ε.Ε. να αποφασίσει αν η Binance θα λάβει την κρίσιμη άδεια. Από τότε που ανέλαβε τα καθήκοντά του στην εταιρεία τον Νοέμβριο του 2023, επιδιώκει να καταστήσει την Binance «το πιο ρυθμιζόμενο» ανταλλακτήριο κρυπτονομισμάτων στον κόσμο.
Ο προκάτοχός του και ιδρυτής της Binance, Changpeng Zhao, γνωστός ως CZ, δήλωσε ένοχος για παραβίαση των αμερικανικών νόμων για ξέπλυμα χρήματος, με αποτέλεσμα να δεχθεί ποινή φυλάκισης σχεδόν τεσσάρων μηνών και πρόστιμο 4,3 δισ. δολαρίων. Ο Changpeng Zhao, ο οποίος έλαβε πέρυσι χάρη από τον Ντόναλντ Τραμπ, παραμένει ενεργός ως μέτοχος, σύμφωνα με τον Teng.
Σημειώνεται ότι πρόσφατα κυκλοφόρησαν δημοσιεύματα στον διεθνή Τύπο για μεταφορές κρυπτονομισμάτων αξίας 1,7 δισ. δολαρίων μέσω της Binance σε Ιρανούς και Ρώσους παράγοντες, δημιουργώντας ρυθμιστικές πιέσεις για την εταιρεία. Ο Teng από την πλευρά του είπε ότι τα δημοσιεύματα ήταν παραπλανητικά και πως οι ερευνητές της Binance που αναφέρονταν σε αυτά απολύθηκαν για παραβίαση πολιτικών διαχείρισης δεδομένων και όχι επειδή εντόπισαν ύποπτες μεταφορές.
«Δεν εξυπηρετούμε κατοίκους χωρών που βρίσκονται σε καθεστώς κυρώσεων», είπε, αναγνωρίζοντας ότι είναι αδύνατο να εξαλειφθούν πλήρως οι ύποπτες συναλλαγές που πραγματοποιούνται μέσω του blockchain.
Τον Δεκέμβριο, η Binance όρισε τη Yi He, συνιδρύτρια και μακροχρόνια σύντροφο του Changpeng Zhao, ως διευθύνουσα σύμβουλο του ανταλλακτηρίου μαζί με τον Teng, ο οποίος χαρακτήρισε την κίνηση «φυσική εξέλιξη», καθώς η εταιρεία αναπτύσσεται. Είπε μάλιστα ότι αλληλοσυμπληρώνονται.
Σημειώνεται ότι τα ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία σημείωσαν έντονες διακυμάνσεις το τελευταίο έτος, με το bitcoin να υποχωρεί περίπου 50% από το ιστορικό υψηλό των περίπου 126.000 δολαρίων τον Οκτώβριο. Η Binance δαπάνησε 1 δισ. δολάρια από το ταμείο έκτακτης ανάγκης για αγορά bitcoin, προκειμένου να στηρίξει την αξία του.
Ο Teng είπε ότι το επενδυτικό συναίσθημα των φυσικών προσώπων για τα κρυπτονομίσματα έχει εξασθενήσει, αλλά η υιοθέτηση και οι εισροές από επαγγελματίες του χρηματοοικονομικού τομέα παραμένουν σταθερά. «Το “έξυπνο χρήμα”, το θεσμικό και το μακροπρόθεσμο κεφάλαιο συνεχίζει να επενδύει», πρόσθεσε.

