Στην ομιλία του για την Κατάσταση του Εθνους, ο Αμερικανός πρόεδρος, όπως συνηθίζει, αφιέρωσε μεγάλο μέρος της στα «επιτεύγματά» του στην οικονομία. Μίλησε για νέες θέσεις εργασίας που έχουν δημιουργηθεί, χωρίς αυτό να αποδεικνύεται στην πράξη, καθώς μόνο από τις ομοσπονδιακές υπηρεσίες απομακρύνθηκαν πάνω από 180.000 υπάλληλοι, ενώ οι νέες προσλήψεις δεν ξεπέρασαν τα επίπεδα της περιόδου Μπάιντεν. Μίλησε για τα επιτεύγματά του στο χρηματιστήριο, το οποίο πράγματι κινείται σε επίπεδα-ρεκόρ, αλλά δεν είπε λέξη για τα εκατομμύρια των εγκλωβισμένων επενδυτών στα αγαπημένα του κρυπτονομίσματα. Για τους δασμούς επέμεινε ότι έχει βρει τη λύση χωρίς να χρειάζεται ψηφοφορία από το Κογκρέσο. Παρέλειψε ωστόσο να αναφερθεί στην ουσία, ότι οι δασμοί είναι φόροι που τους πληρώνουν οι Αμερικανοί πολίτες. Η αλήθεια είναι ότι με εξαίρεση τη φοροαπαλλαγή στα φιλοδωρήματα και στις υπερωρίες, δύσκολα επιβεβαιώνεται ότι οι πολιτικές του ενίσχυσαν το εισόδημα έστω και μερίδας των Αμερικανών πολιτών.
Αυτό που είχε ενδιαφέρον όμως από την ομιλία της Τρίτης ήταν οι νέες εξαγγελίες. Από τη μια σταματούν οι πληρωμές στις μεγάλες ασφαλιστικές εταιρείες και από την άλλη τα χρήματα θα δίνονται απευθείας στους πολίτες για να αγοράσουν «καλύτερη και φθηνότερη» υγεία. Μια ιδέα που ακούγεται σαν να συνδυάζει τον κρατιστή Φραγκλίνο Ρούζβελτ με τον φιλελεύθερο Μίλτον Φρίντμαν, σε έκδοση reality show. Υποσχέθηκε επίσης ότι οι Αμερικανοί θα πληρώνουν τα φθηνότερα φάρμακα στον κόσμο. Οχι απλώς χαμηλότερα από πριν. Αλλά τα φθηνότερα παγκοσμίως. Ανακοίνωσε επίσης ένα ενδιαφέρον σχέδιο εξομοίωσης των συνταξιοδοτικών προγραμμάτων του ιδιωτικού με τον δημόσιο τομέα, καταβάλλοντας έως και 1.000 δολάρια ετησίως για τις εισφορές των πιο αδύναμων εργαζομένων.
Το πιο ενδιαφέρον αλλά και το πιο αμφιλεγόμενο ήταν το σημείο της αναφοράς του για την απαγόρευση σε μεγάλες επενδυτικές εταιρείες να αγοράζουν μονοκατοικίες, στις οποίες θα μπορούσε να ζει μια οικογένεια. Μια λύση δηλαδή για το στεγαστικό πρόβλημα. Στην πράξη, αυτή την «ωραία» ιδέα την καταστρατηγεί προτείνοντας να απαγορευθεί σε θεσμικούς επενδυτές που έχουν πάνω από 100 μονοκατοικίες να αγοράζουν νέες.
Το πραγματικά ενδιαφέρον, ωστόσο, δεν είναι αν τα μέτρα είναι εφαρμόσιμα. Είναι ότι ο Τραμπ εμφανίζεται ταυτόχρονα ως τιμωρός του μεγάλου κεφαλαίου και ως υπερασπιστής της αγοράς. Ως προστάτης του απλού πολίτη και ως αμείλικτος πολέμιος του κατεστημένου, του οποίου διεκδικεί την κορυφή του. Και αυτό είναι ένα ανησυχητικό μοτίβο που πολλοί συμπατριώτες μας λαϊκιστές θα αναζητήσουν στις εκλογές που έρχονται στην Ελλάδα.

