Το δολάριο υποχώρησε περίπου 8% στη διάρκεια του περασμένου έτους και οικονομολόγοι άρχισαν να αμφισβητούν την υπεροχή της υπερδύναμης, προβλέποντας ακόμη και την υποβάθμιση του αμερικανικού νομίσματος ως παγκόσμιου αποθεματικού.
Στην Ευρωζώνη άρχισαν να εκτιμούν ότι ήρθε η ώρα για την αναβάθμιση του διεθνούς ρόλου του ευρώ. Οι αποδόσεις των δεκαετών ομολόγων του αμερικανικού δημοσίου σημείωσαν απότομη άνοδο επανειλημμένως μέσα στο 2025 καθώς οι επενδυτές άρχισαν να αγοράζουν λιγότερα ομόλογα του αμερικανικού δημοσίου. Το σύνολο των αγορών τους το περασμένο έτος ανέρχεται σε 422 δισ. δολ., όταν το 2024 είχαν φτάσει στα 641 δισ. δολ. Πολλοί στράφηκαν σε ευρωπαϊκούς τίτλους και άλλοι στις αναδυόμενες αγορές.
Ολα αυτά ήταν η αντανάκλαση της νευρικότητας που προκάλεσε στους επενδυτές η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο και η ανησυχία τους για τα 36 τρισ. δολ. που έχουν επενδύσει σε αμερικανικούς τίτλους, μετοχές και μακροπρόθεσμα ομόλογα. Εν ολίγοις η αβεβαιότητα που προκάλεσε και εν μέρει εξακολουθεί να προκαλεί η επιθετική εμπορική πολιτική του Αμερικανού προέδρου με την εκτόξευση των δασμών αλλά και τις απρόβλεπτες και ενίοτε αλλοπρόσαλλες κινήσεις του. Ο λόγος για την αντίδραση των επενδυτών και την αρνητική στάση τους προς τους αμερικανικούς τίτλους ή αλλιώς το «sell America», σε ελεύθερη μετάφραση «πουλήστε άρον άρον τους αμερικανικούς τίτλους». Προκύπτει, όμως, πως τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι και ότι όσοι μίλησαν για το τέλος της αμερικανικής υπεροχής μάλλον βιάστηκαν.
Η θεωρία περί του «sell America» είναι μια υπερβολή τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τις μετοχές, σχολιάζουν αναλυτές.
Σύμφωνα με στοιχεία που έδωσε χθες στη δημοσιότητα το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών, οι ξένοι επενδυτές εξακολουθούν να δείχνουν ιδιαίτερη εμπιστοσύνη στις αμερικανικές μετοχές καθώς στη διάρκεια του περασμένου έτους αγόρασαν υπερδιπλάσιο όγκο αμερικανικών μετοχών σε σύγκριση με το αμέσως προηγούμενο έτος κι ενώ οι δασμοί του Ντόναλντ Τραμπ προκαλούσαν τριγμούς στις αγορές ανά τον κόσμο. Για την ακρίβεια οι αγορές αμερικανικών μετοχών από ξένους σημείωσαν αύξηση 134% το 2025 φτάνοντας στα 720,1 δισ. δολ., όταν το 2024 ήταν 307,5 δισ. δολ. Οπως σχολιάζουν σχετικά οικονομολόγοι του Bloomberg, η απότομη και εντυπωσιακή αυτή αύξηση αποτελεί ευθεία αμφισβήτηση του «sell America», μολονότι δεν έχουν εκλείψει οι φόβοι τόσο για τις επιπτώσεις των δασμών όσο και για τις επιθέσεις του Λευκού Οίκου στην ομοσπονδιακή τράπεζα των ΗΠΑ.
«Η θεωρία περί του “sell America” είναι μια υπερβολή τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τις μετοχές», σχολιάζει σχετικά ο Οουεν Λαμόν, αντιπρόεδρος και διαχειριστής χαρτοφυλακίου στην Acadian Asset Management LLC. Ο ίδιος εκτιμά ότι οι αυξημένες ξένες επενδύσεις σε αμερικανικές μετοχές «καταδεικνύει ακριβώς την αμερικανική υπεροχή» και προεξοφλεί πως «η διαδικασία αυτή της υπερβολικής αγάπης για τις μετοχές των αμερικανικών εταιρειών τεχνολογίας θα συνεχιστεί». Είναι γεγονός πως η ανησυχία των επενδυτών για την πολιτική του Τραμπ προκάλεσε κραδασμούς στις αγορές αμερικανικών μετοχών στη διάρκεια του 2025, αλλά εξουδετέρωσε μερικώς την ανησυχία για την άνοδο της τεχνητής νοημοσύνης που, μέχρι προσφάτως, αντιμετωπιζόταν ως η δύναμη που θα δώσει ώθηση στην κερδοφορία των εταιρειών.
Σε ό,τι αφορά το ποιοι είναι αυτοί που εμπιστεύονται τόσο τις αμερικανικές μετοχές παρά τις παλινωδίες του Τραμπ, η Νορβηγία ήταν ο σημαντικότερος αγοραστής το 2025, αν εξαιρέσουμε τις Νήσους Κέιμαν και την Ιρλανδία όπου είναι εγγεγραμμένα πολλά επενδυτικά funds. Η σκανδιναβική χώρα αγόρασε μετοχές αξίας 81,8 δισ. δολ., δηλαδή αξίας σχεδόν τριπλάσιας από τις αντίστοιχες αγορές της το 2024. Παράλληλα, η Σιγκαπούρη αγόρασε μετοχές αξίας 79 δισ. δολ. και η Νότια Κορέα 73,6 δισ. δολ., σχεδόν πενταπλάσιας αξίας από τις αγορές της του 2024. Δεν αποτελεί έκπληξη ότι η Κίνα μείωσε για τρίτη συναπτή χρονιά την έκθεσή της σε αμερικανικές μετοχές, πουλώντας μετοχές αξίας 34,1 δισ. δολ. στη διάρκεια του περασμένου έτους, και την ξεπέρασε μόνον το Κουβέιτ πουλώντας μετοχές αξίας 36,5 δισ. δολ.

