Ισως πρόκειται για προϊόν διπλωματικών ελιγμών της Ρωσίας και ίσως για μεγάλες προσδοκίες της κυβέρνησης Τραμπ. Ισως ακόμη να είναι παραπλανητικές πληροφορίες που έχει λάβει ο πρόεδρος της Ουκρανίας από τις μυστικές υπηρεσίες της χώρας του. Γιατί τις μυστικές υπηρεσίες της Ουκρανίας έχει επικαλεστεί ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι όταν υποστήριξε πως η Ρωσία έχει υποσχεθεί στην Ουάσιγκτον επιχειρηματικές συμφωνίες αξίας 12 τρισ. δολ. ως αντάλλαγμα για τη χαλάρωση των κυρώσεων στη ρωσική οικονομία. Προφανώς πρόκειται για υπερβολή, δεδομένου ότι το ποσό αυτό ισοδυναμεί με έξι φορές το ΑΕΠ της Ρωσίας.
Το θέμα είναι, πάντως, ότι παράλληλα με τις ειρηνευτικές συνομιλίες είναι σε εξέλιξη επαφές ανάμεσα σε Αμερικανούς και Ρώσους αξιωματούχους με αντικείμενο επιχειρηματικής και οικονομικής φύσης. Ο ειδικός απεσταλμένος του Τραμπ, Στιβ Γουίτκοφ, έχει συναντηθεί τουλάχιστον εννέα φορές τους τελευταίους δέκα μήνες με τον Κίριλ Ντμίτριεφ, επικεφαλής μιας κρατικής επενδυτικής της Ρωσίας. Εμπιστοι της οικογένειας του Ντόναλντ Τραμπ έχουν επαφές με Ρώσους αξιωματούχους, καθώς προσβλέπουν στο να αποκτήσουν περιουσιακά στοιχεία του ενεργειακού κλάδου της Ρωσίας. Μέχρι στιγμής η Ρωσία έχει προτείνει στις ΗΠΑ μια σειρά συμφωνιών που σίγουρα θα αποβούν προς όφελος και των δύο πλευρών. Ανάμεσά τους η εκμετάλλευση κοιτασμάτων υδρογονανθράκων στην Αρκτική, όπως και ορυχείων σπάνιων γαιών και κέντρων δεδομένων που λειτουργούν με πυρηνική ενέργεια και μια διώρυγα κάτω από τον Βερίγγειο Πορθμό.
Για τη Ρωσία το όφελος είναι προφανές αφού έχει πληγεί από την πτώση των τιμών του πετρελαίου, ενώ για την Ουάσιγκτον θα είναι κάτι σαν προεκλογικό δώρο για τον Ντόναλντ Τραμπ πριν από τις εκλογές του μεσοδιαστήματος τον επόμενο Νοέμβριο. Οσοι θέλουν να προσβλέπουν σε μεγάλα οφέλη για τις ΗΠΑ από την ειρήνευση στην Ουκρανία υποστηρίζουν ότι η αμοιβή της Ουάσιγκτον θα είναι ότι θα διασφαλίσει φθηνή ενέργεια, στρατηγικής σημασίας μέταλλα και 145 εκατ. Ρώσους καταναλωτές για τα προϊόντα των αμερικανικών και γενικότερα των δυτικών επιχειρήσεων. Σύμφωνα, πάντως, με σχετική έρευνα και μελέτη του περιοδικού Economist, όλα αυτά είναι υπερβολές και μάλλον το Κρεμλίνο διαφημίζει πολύ περισσότερα από όσα μπορεί πράγματι να διαθέσει. Και όπως τονίζει, η Κίνα έχει προλάβει την Αμερική, μιας και έχει κατακτήσει κάποια από αυτά.
Η Κομισιόν σχεδιάζει να επενδύσει σε Λευκορωσία και Ουκρανία.
Η Αμερική μπορεί ωστόσο να προσβλέπει σε πολλά οικονομικά οφέλη. Πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, το 2022, οι δυτικές εταιρείες που δραστηριοποιούνταν στη Ρωσία ήταν ως επί το πλείστον ευρωπαϊκές και όχι αμερικανικές. Τώρα, η Ουάσιγκτον υπό τον Ντόναλντ Τραμπ ελπίζει πως μπορεί να επενδύσουν οι αμερικανικές εταιρείες στη Ρωσία και να αντλήσουν μεγάλα οφέλη κυρίως από μια θεαματική αύξηση των εμπορικών συναλλαγών, από την πρόσβαση σε περιουσιακά στοιχεία που έχουν εγκαταλειφθεί, όπως και την ευκαιρία να αντλήσουν φυσικούς πόρους. Ενδεικτικά των δυνατοτήτων είναι τα στοιχεία από τις οικονομικές σχέσεις της Ρωσίας με την Ευρώπη, με τις ευρωπαϊκές εξαγωγές στη Ρωσία να φτάνουν το 2021 στα 90 δισ. ευρώ. Ανάμεσά τους μηχανολογικός εξοπλισμός και εξοπλισμός μεταφορών αξίας 40 δισ. ευρώ ως επί το πλείστον για την εξυπηρέτηση του ρωσικού ενεργειακού κλάδου και των ρωσικών ορυχείων. Εν ολίγοις, αν ο Αμερικανός πρόεδρος συνάψει συμφωνία ειρήνης με τον Ρώσο ομόλογό του, οι αμερικανικές επιχειρήσεις θα μπορούν να δραστηριοποιηθούν στη χώρα με πιθανώς μεγάλα κέρδη.
Την ίδια στιγμή, η Κομισιόν σχεδιάζει να επενδύσει σε περιοχές της Ε.Ε. που συνορεύουν με τη Ρωσία, τη Λευκορωσία και την Ουκρανία, και οι οποίες έχουν πληγεί οικονομικά από τον πόλεμο. Ο πόλεμος έχει καταφέρει καίριο πλήγμα στον τουρισμό αυτών των περιοχών, κυρίως στις χώρες της Βαλτικής, στη Φινλανδία και στην Πολωνία, ενώ έχει επίσης οδηγήσει σε σοβαρή μείωση του εμπορίου και στις μεταφορές φορτίων όπως και στις επενδύσεις. Στόχος της Κομισιόν είναι να δώσει κίνητρο σε διεθνή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα για να χρηματοδοτήσουν έργα σε αυτές τις περιοχές, καθώς Ευρωπαίοι αξιωματούχοι εκφράζουν φόβους πως αν οι κάτοικοι των περιοχών αυτών τις εγκαταλείψουν, η Ε.Ε. δεν θα μπορεί να υπερασπιστεί τα σύνορά τους και σύνορά της. Και παράλληλα υπάρχει ο κίνδυνος τα οικονομικά δεινά των κατοίκων αυτών των περιοχών να τους εξωθήσουν στα πολιτικά άκρα και να τους καταστήσουν ευάλωτους στη ρωσική προπαγάνδα.
Το πρόβλημα είναι, όμως, ότι δεν έχει διαθέσει τα χρήματα που απαιτούνται για ένα τέτοιο σχέδιο μιας και ο τρέχων προϋπολογισμός της Ε.Ε., που εκπνέει το 2028, έχει ήδη εξαντληθεί. Οπως τονίζει στο Politico ο Μίλαν Μαζέρσκι, διοικητής της αυτοδιοικούμενης περιοχής της Σλοβακίας Πρεσόφ, «οι περιοχές αυτές έχουν ανάγκη από άμεση πρόσβαση σε χρηματοδότηση από την Ε.Ε. και μια στρατηγική που να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα».

