Ωθώντας την Ευρώπη προς έναν ταχύτερο επανεξοπλισμό, οι γελοιότητες του Ντόναλντ Τραμπ για τη Γροιλανδία αναμφισβήτητα έκαναν χάρη στο μπλοκ. Αυτή είναι η αισιόδοξη χροιά στις πρόσφατες απειλές του προέδρου των ΗΠΑ να εισβάλει στο έδαφος ενός κράτους-μέλους του ΝΑΤΟ και μονοπώλησε το ενδιαφέρον στη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου το Σαββατοκύριακο. Το πόσο μεγάλη θα είναι η χάρη, ωστόσο, εξαρτάται από το πώς τα κράτη της Ε.Ε. θα διαθέσουν περίπου 800 δισ. ευρώ αμυντικών δαπανών έως το 2030.
Ορισμένες πρωτεύουσες της Ε.Ε. πιέζουν για μια ευρύτερη προσέγγιση, με έμφαση στο σύνθημα «αγοράστε ευρωπαϊκά» στις δημόσιες συμβάσεις. Αυτό εφαρμόζεται ήδη στον αμυντικό τομέα, αλλά σε ακραίες περιπτώσεις κινδυνεύει να δημιουργήσει τοπικά μονοπώλια τα οποία θα μπορούσαν να υπονομεύσουν τη στρατιωτική ετοιμότητα.
Με βάση τα στοιχεία που συγκέντρωσε ο Γκίντραμ Γουλφ, ακαδημαϊκός στο think tank Bruegel, ένα μεγάλο ποσοστό των ευρωπαϊκών κεφαλαίων για τον επανεξοπλισμό θα μπορούσε να διατεθεί σε έναν σχετικά μικρό αριθμό εταιρειών.
Ο Γουλφ εκτιμά ότι περισσότερο από το 70% των δαπανών για στρατιωτικό εξοπλισμό μεταξύ 2020 και 2025 σε βασικά ευρωπαϊκά κράτη διεκδικήθηκε από τους 10 κορυφαίους προμηθευτές κάθε χώρας. Οι ΗΠΑ την ίδια ώρα έχουν καταβάλει προσπάθειες να αυξήσουν τις συνεισφορές από μικρότερους παίκτες και το αντίστοιχο ποσοστό κυμαίνεται μεταξύ 30% και 40%.
Το κύριο παράδειγμα αυτής της εταιρικής συγκέντρωσης είναι η Rheinmetall. Η κεφαλαιοποίηση της αγοράς του γερμανικού αμυντικού ομίλου έχει εκτοξευθεί από 4 δισ. ευρώ λίγο πριν η Ρωσία εισβάλλει στην Ουκρανία πριν από τέσσερα χρόνια, σε πάνω από 70 δισ. ευρώ. Αυτό υποστηρίζεται από ένα ανεκτέλεστο υπόλοιπο παραγγελιών, που ο διευθύνων σύμβουλος Αρμιν Πάπεργκερ εκτιμά ότι θα μπορούσε να φτάσει τα 120 δισ. ευρώ στα μέσα του τρέχοντος έτους, ποσό που είναι πάνω από έντεκα φορές τα έσοδα που οι αναλυτές εκτιμούν ότι είχε η εταιρεία το 2025. Εκτιμάται ότι τα έσοδα του ομίλου θα αυξηθούν με μέσο ετήσιο ρυθμό 33% από το 2025 έως το 2029, ο οποίος είναι ταχύτερος από τις αντίστοιχες προβλέψεις για όλες τις μετοχές των «7 μεγάλων» της Big Tech. Ορισμένοι αναλυτές του αμυντικού τομέα θεωρούν τη Rheinmetall μέρος του προβλήματος. Αλλοι συμμετέχοντες στο Μόναχο χλεύασαν τις επικρίσεις για τα μονοπώλια, ενώ η Ρωσία επαναστρατιωτικοποιείται επίσης.
Η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση. Σκεφτείτε την κλίμακα της αποστολής που έχουμε μπροστά μας. Το Ινστιτούτο Κιέλου για την παγκόσμια οικονομία προσπάθησε να υπολογίσει πόσο επιπλέον ανθρώπινο δυναμικό και πυρομαχικά θα χρειαζόταν η Ευρώπη εάν οι ΗΠΑ απέσυραν ουσιαστικά τις δυνάμεις τους.
Εκτιμά ένα συνολικό ποσό 86 δισ. ευρώ για τα 1.293 νέα άρματα μάχης, 564 νέα οβιδοβόλα και 7.197 νέα οχήματα πεζικού που θα χρειαστούν για 50 επιπλέον ταξιαρχίες, χρησιμοποιώντας το φθηνότερο κόστος παραγωγής. Αλλά αν ο εξοπλισμός αγοραστεί χρησιμοποιώντας τις υψηλότερες τιμές που χρεώνουν ορισμένες ευρωπαϊκές αμυντικές εταιρείες, ο λογαριασμός ανέρχεται σε 203 δισ. ευρώ. Με άλλα λόγια, ο άσκοπα ακριβός εξοπλισμός που αγοράζεται από μια σειρά απομονωμένων εθνικών πρωταθλητών –αντί γι’ αυτούς που ανταγωνίζονται σε μια πανευρωπαϊκή ενιαία αγορά– θα μπορούσε να σημαίνει ότι οι αμυντικοί προϋπολογισμοί των ευρωπαϊκών κρατών δεν φτάνουν τόσο μακριά.
Οι Γερμανοί στρατιωτικοί αναλυτές αρέσκονται να κάνουν διάκριση μεταξύ μιας λεγόμενης προσέγγισης «Πολεμάμε τώρα», η οποία δίνει προτεραιότητα στην ταχύτητα έναντι της τελειότητας, και μια προσέγγιση «Πολεμάμε αύριο», η οποία υποβαθμίζει την άμεση ετοιμότητα. Ο κίνδυνος είναι ότι μια Ευρώπη σε πανικό μετά τη Γροιλανδία θα θεωρήσει τον ανταγωνισμό κάτι καλό, παρά ως επιτακτική ανάγκη – εις βάρος της δικής της στρατιωτικής δύναμης.

