Σε έναν κόσμο όπου οι οικονομικοί δείκτες προμηνύουν αστάθεια, υπάρχει ένα παράλληλο σύμπαν που όχι μόνο δεν γνωρίζει κρίση, αλλά επαναπροσδιορίζει τα όρια της υπερβολής και της πολυτέλειας. Οι άνθρωποι πολύ υψηλής εισοδηματικής στάθμης, με περιουσία δηλαδή άνω των 30 εκατ. δολαρίων, οδηγούν τον τουρισμό πολυτελείας σε νέα ύψη, κυριολεκτικά και μεταφορικά.
Το 2025 αποτέλεσε χρονιά-ορόσημο, με τις παγκόσμιες πτήσεις ιδιωτικών τζετ να αγγίζουν τα 3,7 εκατ., καταγράφοντας εντυπωσιακή άνοδο 35% σε σύγκριση με την προ πανδημίας εποχή. Στην καρδιά αυτής της «έκρηξης» βρίσκεται η Ασία. Στις πρόσφατες μεγάλες αεροπορικές εκθέσεις της περιοχής, το ενδιαφέρον δεν μονοπωλούν πλέον τα τεράστια επιβατικά αεροσκάφη, αλλά τα κομψά ιδιωτικά τζετ που προσφέρουν ανέσεις, όπως το G700 της Gulfstream. Με τα χαρακτηριστικά οβάλ παράθυρα και τις καμπίνες που θυμίζουν πολυτελή διαμερίσματα με σουίτες και ντους, κατασκευαστές όπως η Gulfstream, η Dassault και η Bombardier δεν πωλούν απλώς μεταφορικά μέσα, αλλά… πολύτιμο χρόνο και ευεξία.
Για τους σύγχρονους κροίσους, η επιλογή ενός ιδιωτικού αεροσκάφους δεν είναι μόνο ζήτημα επίδειξης, αλλά αποτελεσματικότητας, καθώς θέλουν να φθάνουν γρήγορα και άνετα στον προορισμό τους αποφεύγοντας τις καθυστερήσεις των εμπορικών πτήσεων. Τα νέα συστήματα ελέγχου πίεσης της καμπίνας, που προσομοιάζουν τις συνθήκες του εδάφους, αλλά και η χρήση βιώσιμων αεροπορικών καυσίμων (SAF), αποτελούν τις νέες σταθερές για τους επιλεκτικούς επιβάτες. Παρά τις έντονες περιβαλλοντικές επικρίσεις, ο κλάδος αμύνεται παρουσιάζοντας αεροσκάφη που είναι 35% πιο αποδοτικά από την προηγούμενη γενιά, στοχεύοντας σε μια πελατεία που θέλει να συνδυάσει την ταχύτητα με την οικολογική συνείδηση.
Αυτή η τάση της έμφασης στην πολυτέλεια για λίγους και εκλεκτούς μεταφέρεται με την ίδια ένταση και στο έδαφος. Τα κορυφαία ξενοδοχεία του κόσμου, παρά την επιβράδυνση στις πωλήσεις ειδών πολυτελείας, όπως οι τσάντες και τα κοσμήματα, γνωρίζουν άνθηση. Η μέση τιμή για ένα υπερπολυτελές δωμάτιο ανέβηκε στο ιστορικό υψηλό των 1.245 δολαρίων (πάνω από 8% σε σχέση με το 2024), ενώ σε πόλεις όπως το Παρίσι και η Νέα Υόρκη οι τιμές στις «ναυαρχίδες» της φιλοξενίας αγγίζουν τα 2.600 δολάρια τη βραδιά. Τα έσοδα ανά διαθέσιμο δωμάτιο –ένα βασικό μέτρο ανάπτυξης στον κλάδο– στα υπερπολυτελή ξενοδοχεία εκτοξεύθηκαν επίσης κατά 10,6% πέρυσι, περισσότερο από τρεις φορές τον ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης για τον ευρύτερο ξενοδοχειακό τομέα, σύμφωνα με την εταιρεία ανάλυσης CoStar.
Οι πλούσιοι ταξιδιώτες, επωφελούμενοι από τα ιστορικά υψηλά των χρηματιστηρίων, δείχνουν πλήρη ανοσία στο «σοκ των τιμών». Για αυτούς τα ξενοδοχεία δεν είναι πλέον απλά μέρη για ύπνο, αλλά εξελιγμένα κέντρα υγείας και ευζωίας. Από το Marina Bay Sands στη Σιγκαπούρη μέχρι το νέο Carlton στο Μιλάνο, οι παροχές περιλαμβάνουν υπερβαρική οξυγονοθεραπεία, κρεβάτια δονητικής ακουστικής θεραπείας και πισίνες μαγνησίου που προσφέρουν ιαματικές ιδιότητες.
Οι επισκέπτες είναι πρόθυμοι να πληρώσουν χιλιάδες ευρώ για μια προεδρική σουίτα, αρκεί αυτή να συνοδεύεται από προτάσεις ευεξίας που υπόσχονται αναζωογόνηση και βιολογική ανάπλαση. Η φιλοσοφία της φιλοξενίας έχει αλλάξει ριζικά. Οπως επισημαίνουν στελέχη του κλάδου, η πολυτέλεια σήμερα ορίζεται από την άψογη εκτέλεση και την πρόβλεψη κάθε ανάγκης πριν καν αυτή εκφραστεί. Είτε πρόκειται για έναν μπάτλερ που ανοίγει την πόρτα του αυτοκινήτου σε δευτερόλεπτα είτε για ένα τζετ που μετατρέπει μια διηπειρωτική πτήση σε μια χαλαρωτική εμπειρία που θυμίζει το σαλόνι του σπιτιού σας, το μήνυμα είναι σαφές: η κορυφή της πυραμίδας δεν εξετάζει το κόστος, αλλά την αξία της εμπειρίας και την επένδυση στον ίδιο της τον εαυτό. «Τα υπερπολυτελή ξενοδοχεία βρήκαν την αυτοπεποίθησή τους για να αυξήσουν τις τιμές, καθώς καλωσόρισαν μια αναδυόμενη ομάδα νεότερων ταξιδιωτών, όπως εκείνοι που πλούτισαν χάρη στην άνοδο των κρυπτονομισμάτων», εξηγεί ο Ρίτσαρντ Κλαρκ, αναλυτής στην Bernstein.

