Υστερα από δεκαετίες πρωτοκαθεδρίας των ΗΠΑ στα επενδυτικά χαρτοφυλάκια ανά τον κόσμο, οι διεθνείς αγορές υιοθετούν μια νέα προσέγγιση, το «Sell America». Το κλίμα απέναντι στους αμερικανικούς τίτλους άρχισε να αλλάζει τον περασμένο Απρίλιο, όταν ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε σαρωτικούς δασμούς προς πάσα κατεύθυνση, αλλά πρόσφατα επιδεινώθηκε περαιτέρω, μετά τις επανειλημμένες επιθέσεις της αμερικανικής κυβέρνησης στην ανεξαρτησία της Fed και τις εμπορικές απειλές που εξαπέλυσε ο Αμερικανός πρόεδρος στην Ευρώπη.
«Οι Ευρωπαίοι συνάδελφοί μας ήταν ειλικρινά έκπληκτοι από το πόσο ανοιχτοί είναι οι Αμερικανοί επενδυτές στη διαφοροποίηση εκτός ΗΠΑ», ανέφερε μιλώντας στους New York Times η Λορίν Γκούντγουιν, οικονομολόγος της New York Life Investments. Οι αναλυτές πάντως τονίζουν ότι οι κινήσεις αυτές υποδηλώνουν περισσότερο αντιστάθμιση της υφιστάμενης έκθεσης στις ΗΠΑ και διαφοροποίηση, παρά μια πλήρη έξοδο από την αμερικανική αγορά.
Τον τελευταίο μήνα, αυτές οι κινήσεις συνέβαλαν στην υποχώρηση του δολαρίου, έβαλαν φρένο στην άνοδο των αμερικανικών χρηματιστηρίων, ανέβασαν το κόστος κρατικού δανεισμού και εκτίναξαν τις τιμές των πολύτιμων μετάλλων. Σε σύγκριση με ένα «καλάθι» νομισμάτων που περιλαμβάνει το ευρώ, τη βρετανική λίρα και το ιαπωνικό γιεν, το δολάριο έχει υποχωρήσει κατά 10% τους τελευταίους 12 μήνες.
Ο Τραμπ χαιρέτισε την αποδυνάμωση του δολαρίου, υποστηρίζοντας ότι καθιστά τα αμερικανικά προϊόντα φθηνότερα για τους αγοραστές στο εξωτερικό. Το σχόλιο προκάλεσε ανησυχία στους επενδυτές, οι οποίοι είχαν συνηθίσει στη μακροχρόνια πολιτική των ΗΠΑ υπέρ ενός ισχυρού νομίσματος. Ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ έσπευσε να καθησυχάσει τις αγορές, διαβεβαιώνοντας ότι η κυβέρνηση εξακολουθεί να στηρίζει το ισχυρό δολάριο.
Σε κάθε περίπτωση, η αμερικανική οικονομία είναι η ραχοκοκαλιά της παγκόσμιας ανάπτυξης και οι αγορές των ΗΠΑ παραμένουν οι μεγαλύτερες διεθνώς, ενώ το δολάριο εξακολουθεί να βρίσκεται στον πυρήνα του παγκόσμιου εμπορίου. Η απομάκρυνση από τις ΗΠΑ, όμως, καθοδηγείται πλέον από βαθύτερες ανησυχίες, όπως η αβεβαιότητα γύρω από τις αμερικανικές αγορές σε μια περίοδο γεωπολιτικών αναταράξεων, οι απειλές κατά της κεντρικής τράπεζας, η εκτίναξη του δημόσιου χρέους και οι φόβοι για τη θεσμική σταθερότητα και το κράτος δικαίου. Ορισμένοι επενδυτές δηλώνουν επίσης ότι κουράστηκαν από τις συνεχείς αλλαγές στην οικονομική πολιτική.
Αν είχε επενδύσει κάποιος ένα δολάριο στον δείκτη S&P 500 πριν από μία δεκαετία, θα είχε τετραπλασιάσει τα χρήματά του. Απεναντίας, το ίδιο ποσό στον ευρωπαϊκό Stoxx 600 θα είχε αποφέρει περίπου τη μισή απόδοση. Η σταθερή αυτή υπεραπόδοση αύξησε το βάρος της Wall Street στους παγκόσμιους επενδυτικούς δείκτες αναφοράς. Οι αμερικανικές μετοχές αντιπροσωπεύουν πλέον περίπου το 70% του δείκτη MSCI All World, από σχεδόν 50% πριν από μία δεκαετία, με αποτέλεσμα να έχει αυξηθεί η εξάρτηση των διεθνών επενδυτών από την πορεία της αμερικανικής αγοράς. Αυτό από μόνο του έχει προκαλέσει ανησυχία, κυρίως καθώς οι αμερικανικές μετοχές έχουν εκτοξευθεί σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, βάσει των υποσχέσεων –και όχι ακόμη αποτελεσμάτων– των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη.
Τώρα, η υποχώρηση του δολαρίου μειώνει τις αποδόσεις των ξένων επενδυτών στις αμερικανικές μετοχές, ενώ ταυτόχρονα καθιστά τις ξένες αγορές πιο ελκυστικές για τους επενδυτές των ΗΠΑ. Τους τελευταίους 12 μήνες, ο δείκτης Stoxx 600 ενισχύθηκε σχεδόν κατά 30% σε όρους δολαρίου, καταγράφοντας υπερδιπλάσια απόδοση σε σύγκριση με τον S&P 500.
Η Κίνα μειώνει τα αποθέματά της σε αμερικανικά ομόλογα εδώ και σχεδόν μία δεκαετία. Η Βραζιλία άρχισε να περιορίζει τις τοποθετήσεις της το 2019, με τη μείωση να επιταχύνεται τον τελευταίο χρόνο, ενώ και η Ινδία περιέκοψε σημαντικά τις θέσεις της την ίδια περίοδο. Και αν κανείς πουλήσει αμερικανικά ομόλογα δεν χρειάζεται πια να διακρατεί και δολάρια, γεγονός που αποδυναμώνει το νόμισμα. Σύμφωνα με τους αναλυτές, δεν υπάρχει κανένα άλλο νόμισμα που να έχει επωφεληθεί ιδιαίτερα από την πτώση του δολαρίου. Αντιθέτως, τα κεφάλαια κατευθύνονται κυρίως στα πολύτιμα μέταλλα, με αποτέλεσμα η τιμή του χρυσού να έχει σχεδόν διπλασιαστεί τους τελευταίους 12 μήνες. Σημειώνεται ότι το τελευταίο διάστημα, σημαντικά κεφάλαια κατευθύνονται και σε διαπραγματεύσιμα αμοιβαία κεφάλαια (ETFs), τα οποία επιτρέπουν σε ιδιώτες επενδυτές, που συχνά αδυνατούν να αγοράσουν φυσικά εμπορεύματα, να τοποθετηθούν στην πορεία της τιμής του χρυσού.

