Οι ΗΠΑ αντιπροσωπεύουν σήμερα περίπου τα δύο τρίτα των παγκόσμιων δεικτών μετοχών εισηγμένων εταιρειών, περίπου τα μισά από τα ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια και γύρω στο 40% των παγκόσμιων αγορών ομολόγων. Ωστόσο αντιπροσωπεύουν μόνο το 4% του παγκόσμιου πληθυσμού, το 10% της παγκόσμιας ανάπτυξης, το 13% του παγκόσμιου εμπορίου και το 15% του παγκόσμιου ΑΕΠ με βάση την αγοραστική δύναμη.
Αυτή η ακραία συγκέντρωση χρηματοοικονομικού κεφαλαίου δεν είναι απλώς εντυπωσιακή. Είναι οικονομικά αναποτελεσματική, χρηματοοικονομικά επικίνδυνη και τελικά μη βιώσιμη, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ανάλυση του Bloomberg.
Oι αποταμιεύσεις ανά τον πλανήτη μεταφέρονται από νεότερες και ταχύτερα αναπτυσσόμενες οικονομίες προς μια γηράσκουσα και επιβραδυνόμενη οικονομία, οδηγώντας τελικά σε υπερτιμημένα αμερικανικά περιουσιακά στοιχεία, αυξημένη συσχέτιση στα παγκόσμια χαρτοφυλάκια και διαρκή έλλειψη κεφαλαίων σε περιοχές όπου οι επενδύσεις θα μπορούσαν να αυξήσουν την παραγωγικότητα. Οπως είχε παρατηρήσει ο Χέρμπερτ Στάιν, πρώην πρόεδρος του Συμβουλίου Οικονομικών Συμβούλων των ΗΠΑ: «Αν κάτι δεν μπορεί να συνεχιστεί για πάντα, θα σταματήσει».
Ηταν θέμα χρόνου προτού το βάρος της οικονομίας, ο αυξανόμενος κίνδυνος συγκέντρωσης, οι ανησυχίες για υπερτιμημένες αξίες λόγω τεχνητής νοημοσύνης και το βασικό επενδυτικό αξίωμα –η διαφοροποίηση– οδηγήσουν σε ανακατανομή κεφαλαίων εκτός των ΗΠΑ.
Σήμερα, οι ροές κεφαλαίων, οι σχετικές αποδόσεις των αγορών και οι αποφάσεις θεσμικών επενδυτών δείχνουν ότι αυτή η ανακατανομή είναι σε πλήρη εξέλιξη και επιταχύνεται.
Η αβεβαιότητα γύρω από τους δασμούς, οι επιθέσεις στην ανεξαρτησία της Fed, η επίμονη δημοσιονομική εκτροπή, οι απειλές για την κυριαρχία της Γροιλανδίας και οι επαναλαμβανόμενες προκλήσεις στα θεσμικά πλαίσια της χώρας έχουν αυξήσει την αβεβαιότητα γύρω από την αμερικανική πολιτική.
Ωστόσο οι βαθύτεροι παράγοντες είναι η εξάντληση, και σε ορισμένες περιπτώσεις η αναστροφή, των δυνάμεων που τροφοδότησαν μια εποχή εξαιρετικής χρηματοοικονομικής υπεραπόδοσης των ΗΠΑ και ο κορεσμός των χαρτοφυλακίων με αμερικανικά περιουσιακά στοιχεία.
Οι προβολές μελλοντικών αποδόσεων δείχνουν σημαντικά χαμηλότερες αποδόσεις για τις αμερικανικές μετοχές.
Μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, οι αμερικανικές μετοχές παρουσίασαν εξαιρετικά υψηλές αποδόσεις, πολλές φορές υψηλότερες από την πραγματική οικονομική ανάπτυξη. Αυτό οδήγησε τους ξένους επενδυτές να τριπλασιάσουν την έκθεσή τους σε αμερικανικές μετοχές την τελευταία δεκαετία, σε πάνω από 20 τρισ. δολάρια, τα περισσότερα χωρίς αντιστάθμιση κινδύνου. Αυτό οδήγησε σε υψηλότερες αποτιμήσεις και ισχυρότερο δολάριο, ενισχύοντας περαιτέρω τα κέρδη, ιδιαίτερα για διεθνείς επενδυτές. Αλλά αυτή η εποχή βασιζόταν σε μια σπάνια συνδυασμένη συγκυρία παραγόντων που πλέον έχει εξαντληθεί, όπως πτωτική πορεία επιτοκίων με πολιτικές ποσοτικής χαλάρωσης, μείωση των εταιρικών φόρων και ανακατανομή εισοδήματος από την εργασία προς το κεφάλαιο.
Καθώς αυτοί οι παράγοντες εξασθενούν, η αύξηση των κερδών και οι αποδόσεις των μετοχών αναμένεται να είναι σημαντικά χαμηλότερες από ό,τι στο πρόσφατο παρελθόν, τονίζει το Bloomberg.
Ταυτόχρονα, ο κίνδυνος συγκέντρωσης έχει εκτοξευθεί. Τα τελευταία τρία χρόνια, μόνο επτά εταιρείες αντιπροσώπευαν το 55% των συνολικών αποδόσεων του S&P 500. Οι 10 κορυφαίες μετοχές αποτελούν πλέον το 40% του δείκτη.
Η μεγαλύτερη ευκαιρία βρίσκεται στις αναπτυσσόμενες οικονομίες, που αντιπροσωπεύουν πάνω από τα δύο τρίτα της παγκόσμιας ανάπτυξης την τελευταία δεκαετία, με ευνοϊκές δημογραφικές τάσεις, αυξημένη συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό, ταχύτερη παραγωγικότητα, μεσαίες τάξεις που επεκτείνονται και τεχνολογική πρόοδο.
Οι αγορές αρχίζουν να αντικατοπτρίζουν αυτήν την πραγματικότητα. Οι μετοχές των αναδυόμενων αγορών υπεραποδίδουν, ενώ οι μικρότερες μεθοριακές αγορές (frontier) έχουν ακόμη μεγαλύτερα κέρδη λόγω της ευαισθησίας τους στις οριακές ροές κεφαλαίων.
Οι αναδυόμενες αγορές δεν είναι μόνο υψηλότερης ανάπτυξης. Είναι δημογραφικά, οικονομικά και πολιτικά διαφορετικές από τις ΗΠΑ και άλλες ανεπτυγμένες χώρες, με ασθενέστερους δεσμούς με τις ανεπτυγμένες οικονομίες. Αυτό τις καθιστά ιδιαίτερα πολύτιμες για διαφοροποίηση και μείωση κινδύνου χαρτοφυλακίου.
Για τους επενδυτές, η υπόθεση είναι σαφής: οι προβολές μελλοντικών αποδόσεων δείχνουν σημαντικά χαμηλότερες αποδόσεις για τις αμερικανικές μετοχές σε σύγκριση με τις αναδυόμενες αγορές. Η ανακατανομή κεφαλαίων σε ταχύτερα αναπτυσσόμενες και λιγότερο συσχετισμένες οικονομίες προσφέρει μεγαλύτερες μακροπρόθεσμες αποδόσεις με χαμηλότερο συνολικό κίνδυνο χαρτοφυλακίου.

