Ο μεταλλευτικός κλάδος βρίσκεται ενώπιον μιας ιστορικής ανακατάταξης, καθώς οι γίγαντες Rio Tinto και Glencore διεξάγουν εντατικές διαπραγματεύσεις, που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στη δημιουργία της μεγαλύτερης εξορυκτικής εταιρείας στον κόσμο. Με την αξία της πιθανής συμφωνίας να αποτιμάται μεταξύ 200 και 300 δισ. δολαρίων, η πιθανή συγχώνευση αναμένεται να αναδιαμορφώσει πλήρως τον παγκόσμιο χάρτη των πρώτων υλών, ιδιαίτερα σε μια εποχή κατά την οποία κορυφώνεται η ζήτηση για μέταλλα που τροφοδοτούν την πράσινη μετάβαση.
Η ελβετική εταιρεία εξόρυξης Glencore ετοιμάζεται να προσλάβει τη Citi ως κύρια επενδυτική τράπεζα για την πιθανή εξαγορά της από τη Rio Tinto, σύμφωνα με τα έγγραφα που κατατέθηκαν στο Χρηματιστήριο του Λονδίνου, γεγονός που δείχνει ότι οι διαπραγματεύσεις βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο. Η σχέση τους άλλωστε είναι μακροχρόνια, καθώς η Citi έχει υποστηρίξει την Glencore σε κομβικές στιγμές της πορείας της, από την αρχική δημόσια προσφορά της το 2011 έως την πρόσφατη εξαγορά της Teck Resources. Από την πλευρά της, η Rio Tinto έχει ήδη θωρακιστεί με τη συμβουλευτική υποστήριξη των JP Morgan, Evercore και Macquarie. Το μέγεθος των αμοιβών για τους τραπεζίτες, που ενδέχεται να ξεπεράσει τα 100 εκατ. δολάρια, υπογραμμίζει την πολυπλοκότητα και τη σημασία του εγχειρήματος.
Παρά τη δυναμική των συζητήσεων, οι οποίες ξεκίνησαν επισήμως στις 8 Ιανουαρίου, πηγές της αγοράς περιγράφουν το κλίμα σαν «μία κρύο μία ζέστη». Η τρέχουσα προθεσμία της 5ης Φεβρουαρίου, που ορίζεται από τους κανόνες εξαγοράς του Ηνωμένου Βασιλείου, θεωρείται πλέον οριακή. Σύμφωνα με τους κανόνες περί εξαγοράς της Βρετανίας, ένας πιθανός υποψήφιος αγοραστής έχει 28 ημέρες από τη στιγμή που θα γίνει γνωστός για να ανακοινώσει είτε την οριστική πρόθεσή του να υποβάλει προσφορά είτε να αποσυρθεί.
Οι διαπραγματεύσεις θα μπορούσαν να οδηγήσουν στη δημιουργία της μεγαλύτερης εξορυκτικής εταιρείας στον κόσμο.
Το επικρατέστερο σενάριο θέλει τον διευθύνοντα σύμβουλο της Rio Tinto, Σάιμον Τροτ, να ζητάει παράταση από την Επιτροπή Εξαγορών και Συγχωνεύσεων, κάτι που θα ερμηνευόταν ως θετικό δείγμα, υποδηλώνοντας ότι παρά τις επίπονες διαπραγματεύσεις, δεν έχει εντοπιστεί κάποιο ανυπέρβλητο εμπόδιο που θα οδηγούσε σε ναυάγιο, όπως συνέβη στην περίπτωση της Anglo American και της BHP το 2024.
Η δομή της συμφωνίας αποτελεί ένα από τα δυσκολότερα σημεία της εξίσωσης. Η χρηματιστηριακή αξία της Rio Tinto υπερέχει κατά 90% έναντι της Glencore, γεγονός που την τοποθετεί σε θέση ισχύος για μια πλήρη εξαγορά. Οι κύριοι μέτοχοι της Glencore ωστόσο εμφανίζονται ανένδοτοι, απορρίπτοντας κάθε ενδεχόμενο μερικής πώλησης και πιέζοντας για μια συνολική συμφωνία. Αναλυτές της αγοράς, όπως ο Ταλ Λόμνιτζερ της Janus Henderson, επισημαίνουν ότι η συγχώνευση θα αποκτούσε ουσιαστικό νόημα εάν η νέα οντότητα χωριζόταν τελικά σε δύο εξειδικευμένες εταιρείες: μία εστιασμένη στα χύδην προϊόντα όπως ο σίδηρος και ο άνθρακας, με έδρα την Αυστραλία, και μία στα βασικά μέταλλα με έδρα το Λονδίνο.
Ο πραγματικός «θησαυρός» που επιδιώκει να αποκτήσει η Rio Tinto μέσω της Glencore είναι το χαρτοφυλάκιο χαλκού της και ειδικότερα το 44% που κατέχει στο ορυχείο Collahuasi στη Χιλή από κοινού με την Anglo American. Ο χαλκός αναδεικνύεται στο πλέον κρίσιμο μέταλλο για την παγκόσμια πράσινη και ψηφιακή μετάβαση, με τη ζήτηση να εκτοξεύεται λόγω των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και των ηλεκτρικών οχημάτων. Λόγω της ανεπαρκούς προσφοράς, οι τιμές σημειώνουν ιστορικά υψηλά, εντείνοντας τους φόβους για δομικές ελλείψεις. Το υπό διαπραγμάτευση «ντιλ» δείχνει επίσης ότι η στρατηγική της «αγοράς αντί της κατασκευής» φαίνεται να επικρατεί, καθώς οι μεγάλοι παίκτες προτιμούν να αποκτούν έτοιμα περιουσιακά στοιχεία παρά να εμπλέκονται στις χρονοβόρες και επικίνδυνες διαδικασίες αδειοδότησης νέων ορυχείων. Αυτή η τάση, βέβαια, ενέχει τον κίνδυνο να επιδεινώσει τη μελλοντική έλλειψη προσφοράς, καθώς τα κεφάλαια ανακατευθύνονται σε εξαγορές αντί για την ανάπτυξη νέων κοιτασμάτων, που είναι απαραίτητα για την ενεργειακή μετάβαση.

