Η αμερικανική μεταποίηση, ο τομέας που αποτελούσε κάποτε τη ραχοκοκαλιά της οικονομικής ισχύος των ΗΠΑ, αντιμετωπίζει σήμερα μια επίμονη και επώδυνη ύφεση. Παρά τις μεγαλόστομες υποσχέσεις του Ντόναλντ Τραμπ για την αναβίωση μιας «χρυσής εποχής» μέσω της επιβολής αυστηρών δασμών, η πραγματικότητα που βιώνουν οι εργαζόμενοι και οι επιχειρήσεις στις ΗΠΑ είναι τελείως διαφορετική.
Από το 2023, η απασχόληση στον κλάδο έχει μειωθεί κατά περισσότερες από 200.000 θέσεις εργασίας, οδηγώντας τον αριθμό των Αμερικανών που εργάζονται στα εργοστάσια στο χαμηλότερο επίπεδο από το τέλος της πανδημίας. Η στρατηγική των οικονομικών παρεμβάσεων, που υιοθέτησαν διαδοχικά οι κυβερνήσεις Μπάιντεν και Τραμπ, φαίνεται να παραπαίει. Επί οκτώ συνεχόμενους μήνες μετά την ανακοίνωση των δασμών της «Ημέρας της Απελευθέρωσης», οι κατασκευαστές προχώρησαν σε απολύσεις παρατείνοντας μια συρρίκνωση που οι αναλυτές παρακολουθούν με ανησυχία. Παρόλο που ο Ιανουάριος παρουσίασε μια απρόσμενη αύξηση στις νέες παραγγελίες, ο δείκτης εργοστασιακής δραστηριότητας συρρικνώθηκε για 26 συναπτούς μήνες μέχρι τον περασμένο Δεκέμβριο.
Μακροπρόθεσμα, οι δασμοί θα μπορούσαν να επιτύχουν ενδεχομένως το επιθυμητό αποτέλεσμα, καθιστώντας ορισμένους κατασκευαστές πιο ανταγωνιστικούς σε σχέση με τους παραγωγούς του εξωτερικού. Βραχυπρόθεσμα όμως έχουν αυξήσει το κόστος πολλών εταιρειών για υλικά που προέρχονται από το εξωτερικό, ωθώντας τις εταιρείες που αγοράζουν ξένα ανταλλακτικά να αυξήσουν τις τιμές ή να αγωνιστούν για προμήθειες.
Για εταιρείες όπως η Insteel Industries λόγου χάριν, οι δασμοί 50% στον ξένο χάλυβα έχουν καταστήσει την προμήθεια πρώτων υλών καθημερινό αγώνα, καθώς οι εγχώριοι προμηθευτές δεν μπορούν να καλύψουν τη ζήτηση. Ο διευθύνων σύμβουλός της, Xάουαρντ Βολτς, προειδοποιεί ότι η ανάπτυξη τίθεται σε κίνδυνο εξαιτίας της έλλειψης υλικών, αναγκάζοντας την εταιρεία να στρέφεται σε ακριβές εισαγωγές από χώρες όπως η Αλγερία και η Ινδία.
Η αβεβαιότητα επιτείνεται από την ασταθή πολιτική του Λευκού Οίκου. Οι απειλές για νέους δασμούς σε παραδοσιακούς εταίρους, όπως ο Καναδάς και η Ευρώπη, έχουν οδηγήσει τα στελέχη επιχειρήσεων να αντιμετωπίζουν την τρέχουσα περίοδο ως μια «χαμένη χρονιά» για επενδύσεις. Η πιθανότητα δικαστικών ακυρώσεων των φόρων εισαγωγής προσθέτει ένα επιπλέον ρίσκο, την ώρα που η Κίνα συνεχίζει να εξάγει επιθετικά, ρίχνοντας τις τιμές στις παγκόσμιες αγορές και καθιστώντας τους Αμερικανούς κατασκευαστές λιγότερο ανταγωνιστικούς.
Ακόμη και οι μεγάλες επενδύσεις σε τεχνολογία, όπως τα τσιπ και οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας που χρηματοδοτήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια, φαίνεται να επιβραδύνονται. Οι δαπάνες στον τομέα μειώθηκαν τους πρώτους εννέα μήνες της τρέχουσας θητείας του Τραμπ, ενώ οι αναλυτές εκτιμούν ότι οι νέες θέσεις εργασίας που θα δημιουργηθούν από μελλοντικά έργα κολοσσών όπως η Apple ή η TSMC θα αφορούν κυρίως ρομποτικά συστήματα και τεχνητή νοημοσύνη, περιορίζοντας τις προοπτικές για το παραδοσιακό εργατικό δυναμικό.
Στον τομέα των καταναλωτικών αγαθών, όπως τα έπιπλα, η κατάσταση είναι εξίσου εύθραυστη. Με τον πληθωρισμό και το κόστος δανεισμού να έχουν πλήξει την αγορά κατοικίας, η ζήτηση έχει υποχωρήσει. Η Μέγκαν Γουέκερ της Skyline Furniture επισημαίνει ότι κανείς δεν αισθάνεται σίγουρος ότι μια νέα επένδυση θα αντέξει στον χρόνο. Η αμερικανική μεταποίηση μοιάζει παγιδευμένη σε μια μετάβαση που δεν έχει ακόμη αποδώσει καρπούς, με τον Τζος Λένερ, οικονομολόγο στην SGH Macro Advisors, να σημειώνει λιτά πως ο κλάδος «δεν ανέκαμψε ποτέ εντελώς» από το σοκ της πανδημίας.

