Περιδιαβάζοντας στους ελαιώνες και στους αμπελώνες της Ισπανίας μπορεί να παρατηρήσει κανείς τα drones και τους αισθητήρες να καταγράφουν τα στοιχεία του εδάφους προκειμένου να τα διοχετεύσουν σε μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης, που με τη σειρά τους θα βοηθήσουν τους αγρότες να διαχειριστούν καλύτερα τη σοδειά τους. Αυτά τα εργαλεία υψηλής τεχνολογίας έχουν χρηματοδοτηθεί από το Ταμείο Ανάκαμψης της Ε.Ε., το μεγαλύτερο πρόγραμμα ανάκαμψης μετά το μεταπολεμικό σχέδιο Μάρσαλ που «έσπασε το ταμπού» του κοινού χρέους υπό την πίεση της ύφεσης της πανδημίας. Και που ανέλαβε με τα κεφάλαια των 750 δισ. ευρώ να μετασχηματίσει τις ευρωπαϊκές οικονομίες με στόχο τον μηδενισμό των εκπομπών καυσαερίων και την ψηφιοποίηση των οικονομιών, όπως συμφώνησαν οι χώρες-μέλη της Ε.Ε. πριν από έξι χρόνια.
Στο μεταξύ, όμως, οι ελλείψεις εξειδικευμένων εργατικών χεριών, η εξοντωτική γραφειοκρατία και η αβεβαιότητα σχετικά με τη μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση των έργων έχουν αποτελέσει τροχοπέδη στη λειτουργία και την αποτελεσματικότητα του Ταμείου Ανάκαμψης. Το ιστορικό αυτό πακέτο στήριξης, που χαρακτηρίστηκε «ευκαιρία για να αναδυθούμε ισχυρότεροι», αγωνίζεται να υπερβεί τα εμπόδια, τα ίδια συνήθη εμπόδια που έχουν επανειλημμένως αποτρέψει τον οικονομικό μετασχηματισμό της Ευρώπης. Μιλώντας στο Reuters ο Φρανσίσκο Ντελγάδο, εκ των συντονιστών του σχεδίου μετασχηματισμού της αγροτικής παραγωγής, υπογραμμίζει ότι «το Ταμείο μάς άφησε υποδομές για δεδομένα, κοινή διαχείριση και ομάδες ικανές να λειτουργήσουν μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης σε μεγάλη κλίμακα, αλλά δεν μας έδωσε ένα επιχειρηματικό μοντέλο». Διευκρινίζει ότι η ομάδα του εργάζεται πάνω σε οικονομικό πρόγραμμα για την ανάπτυξη μιας πλατφόρμας δεδομένων για την αναβάθμιση των προγραμμάτων υπολογιστών και για την πρόσληψη ταλαντούχων υπαλλήλων.
Οι δύσκολες αποφάσεις που αναγκάστηκαν να λάβουν οι ηγεσίες της Ε.Ε. το 2020 εν μέσω πανδημίας και κατάρρευσης των οικονομιών τους, οδήγησαν σ’ αυτές τις δαπάνες. Δεδομένης όμως της εκβιαστικής οικονομικής πίεσης που υφίστανται από την Κίνα και την όλο και πιο εχθρική στάση των ΗΠΑ προς την Ευρώπη, έχει καταστεί επιτακτική ανάγκη η ενίσχυση της ευρωπαϊκής άμυνας και επομένως η συνετή διαχείριση των χρημάτων για άλλους σκοπούς. Το 2021 το Ταμείο διέθεσε πάνω από 700 δισ. ευρώ για δάνεια και εγγυήσεις, αλλά στη συνέχεια το ποσό αυτό περιορίστηκε στα 577 δισ. ευρώ, καθώς πολλές χώρες αποφάσισαν να μη δεχθούν μέρος ή και το σύνολο των πιστώσεων που δικαιούντο. Εχει παρέλθει μισή δεκαετία και από τα κεφάλαια του Ταμείου Ανάκαμψης παραμένουν ακόμη 182 δισ. ευρώ που δεν έχουν διανεμηθεί. Η Κομισιόν επιμένει ότι το Ταμείο έχει αποφέρει καρπούς τόσο στους βραχυπρόθεσμους όσο και στους μακροπρόθεσμους στόχους του, αλλά επιχειρήσεις, κυβερνήσεις και άλλοι οικονομικοί παράγοντες δεν συμμερίζονται την άποψή της και τονίζουν ότι τα ευεργετικά του αποτελέσματα δεν είναι παντού ορατά.
Τροχοπέδη στη λειτουργία και στην αποτελεσματικότητα του Ταμείου οι ελλείψεις εξειδικευμένων εργατικών χεριών, η γραφειοκρατία και η αβεβαιότητα σχετικά με τη μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση των έργων.
Εκείνο στο οποίο συμφωνούν όλοι είναι ότι το Ταμείο θωράκισε την Ευρώπη από το πλήγμα της πανδημίας και παράλληλα έσπασε το ταμπού της έκδοσης κοινού χρέους, δεδομένου ότι έκτοτε αποτελεί τμήμα της εργαλειοθήκης των Ευρωπαίων πολιτικών. Ισως να οδηγήσουν πραγματικά σε μακροπρόθεσμη αναβάθμιση της παραγωγικότητας και τόνωση της ανάπτυξης οι πολλοί και διάφοροι όροι που συνόδευαν το δικαίωμα στα κεφάλαια του Ταμείου: από τη μεταρρύθμιση της αγοράς εργασίας σε Γαλλία και Ισπανία μέχρι την απλοποίηση της διαδικασίας έκδοσης αδειών για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας σε Ιταλία, Ελλάδα και Πορτογαλία και τη βελτίωση της ασφάλειας στον κυβερνοχώρο σε Σλοβακία και Ρουμανία. Χρειάζεται περισσότερος χρόνος για την εφαρμογή αυτών των μεταρρυθμίσεων και τη δαπάνη των χρημάτων, περισσότερος από όσο είχαν ελπίσει οι Ευρωπαίοι, και δεν έχει επιτευχθεί μια ραγδαία επιτάχυνση της ανάπτυξης. Και σε αντίθεση με ό,τι έγινε στις ΗΠΑ και στην Κίνα, στην Ε.Ε. οι ρυθμοί ανάπτυξης παραμένουν χαμηλοί μετά την ανάκαμψη από την πανδημία.
Ο Μάρκο Λεονάρντι, καθηγητής Οικονομικών και πρώην στέλεχος των κυβερνήσεων του Τζουζέπε Κόντε και του Μάριο Ντράγκι, αναφέρει ότι η Ιταλία αναθεώρησε ούτε μία ούτε δύο αλλά έξι φορές το σχέδιό της για αξιοποίηση των 194 δισ. ευρώ που δικαιούνταν από το Ταμείο Ανάκαμψης. Μια εξ αυτών των αναθεωρήσεων χρειάστηκε διαπραγμάτευση επί σχεδόν ένα έτος. Αυτά εξηγούν τις μεγάλες καθυστερήσεις. Οπως τονίζει ο ίδιος, «η αναθεώρηση του σχεδίου το 2023 ήταν καταστρεπτική» και εξηγεί ότι η κ. Μελόνι απέσυρε πολλά δισ. από τα κεφάλαια που επρόκειτο να δαπανήσουν οι τοπικές αρχές με σκοπό να χρηματοδοτήσει τις φοροαπαλλαγές ύψους 6 δισ. ευρώ για τις επιχειρήσεις που επενδύουν σε προγράμματα εξοικονόμησης ενέργειας. Και το μόνο που έγινε ήταν οι αγωνιώδεις προσπάθειες αυτών των επιχειρήσεων για να υποβάλουν αιτήσεις για τις φοροαπαλλαγές, καθώς προσέκρουαν διαρκώς στην υπερβολική γραφειοκρατία. Στην προσπάθειά της να επισπεύσει, η Ιταλία περιόρισε πολλούς από τους στόχους της, όπως την κατασκευή παιδικών σταθμών, έναν στόχο καίριο, καθώς αφορά την αύξηση της συμμετοχής των γυναικών στην αγορά εργασίας που είναι χαμηλή στην Ιταλία.
Τα αντιπολιτευόμενα κόμματα τόσο στην Ιταλία όσο και στην Ισπανία έχουν επικρίνει τις δαπάνες σε ορισμένα εξωραϊστικά προγράμματα όπως, για παράδειγμα, τις καλές ενδείξεις στα μονοπάτια για τους ορειβάτες ή τις ζωγραφιές σε τουριστικά κέντρα. Σύμφωνα δε με τη Funcas, δεξαμενή σκέψης στην Ισπανία, η επιθυμία των αρμόδιων αρχών να κατανείμουν τα κονδύλια ομοιόμορφα και δίκαια σε ορισμένες περιπτώσεις μείωσε τον αντίκτυπό τους. Αν και μόλις το 40% των κονδυλίων που δικαιούνταν η Ισπανία προοριζόταν για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι χρονοβόρες και περίπλοκες διαδικασίες αποθάρρυναν πολλές μικρές επιχειρήσεις που τελικά δεν υπέβαλαν αίτηση. Αυτό διαπιστώνει ο Χουάν Μανουέλ Μαρτίνεζ, επικεφαλής της ένωσης μεταφορών της Ισπανίας ΑΕΤ, ενώ η Λάια Κλαβερόλ Τόρες, γραμματέας του δημοτικού συμβουλίου της Βαρκελώνης, τονίζει ότι «τα κριτήρια και οι μεταρρυθμίσεις ήταν απαιτητικά και έπρεπε να διαθέτει κανείς τα συστήματα για τη διαχείρισή τους». Η Λάια Τόρες επόπτευσε σειρά προγραμμάτων που αφορούσαν από τη βιοποικιλότητα μέχρι τα ρομπότ βοηθούς για ηλικιωμένους. Η Ισπανία αναγκάστηκε τον Δεκέμβριο να παραιτηθεί από δάνεια ύψους άνω των 60 δισ. ευρώ που δικαιούνταν, καθώς παραδέχθηκε ότι δεν μπορούσε να συμμορφωθεί εγκαίρως με ορισμένες από τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει εξαιτίας προβλημάτων στην εφοδιαστική αλυσίδα και απρόβλεπτων τεχνικών δυσκολιών.
Στην Ιταλία, που μέχρι τον Δεκέμβριο είχε δαπανήσει 110 δισ. ευρώ, πολιτικοί και οικονομολόγοι εκφράζουν φόβους ότι μόλις τελειώσουν τα χρήματα θα εξαφανιστούν πλήρως οι δαπάνες για επενδύσεις και θα αποδυναμωθεί η ιταλική οικονομία. Και οι προθεσμίες πιέζουν, καθώς οι χώρες πρέπει να έχουν ολοκληρώσει τις μεταρρυθμίσεις μέχρι τις 31 Αυγούστου του τρέχοντος έτους και μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου να υποβάλουν τα τελευταία αιτήματα για πληρωμές από το Ταμείο.

