Η Ευρώπη επιδιώκει να ενισχύσει τον ρόλο του ευρώ στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα, αλλά ανησυχεί όταν η πρόοδος προς αυτή την κατεύθυνση οδηγεί σε ανατίμηση του νομίσματος. Εάν το δολάριο πράγματι εισέρχεται σε μια νέα παρατεταμένη περίοδο αποδυνάμωσης, η Ευρωζώνη θα έρθει αντιμέτωπη με την αντίστροφη όψη ενός διλήμματος που η Ουάσιγκτον προσπαθεί να λύσει.
Ειδικότερα, καθώς το δολάριο υποχωρούσε την τελευταία εβδομάδα, η κρίσιμη διατλαντική ισοτιμία εκτινάχθηκε προσωρινά πάνω από το 1,20 δολ. ανά ευρώ για πρώτη φορά έπειτα από τέσσερα χρόνια. Η εξέλιξη αυτή προκάλεσε εκ νέου ανησυχία στην ΕΚΤ και στην ευρωπαϊκή βιομηχανία, αλλά ταυτόχρονα ευνόησε τα ευρωπαϊκά επενδυτικά χαρτοφυλάκια και προσέλκυσε ξένα και εγχώρια κεφάλαια.
Αν και η προσοχή έχει στραφεί στην έντονη μεταβλητότητα του δολαρίου, η ενίσχυση του ευρώ οικοδομείται ήδη από την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο. Εκτοτε ο δείκτης του ευρώ της ΕΚΤ έχει ενισχυθεί τουλάχιστον 7%, φτάνοντας σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, κυρίως λόγω της ανόδου κατά 16% έναντι του δολαρίου, αλλά και της ενίσχυσης άνω του 10% έναντι του κινεζικού γουάν και του ιαπωνικού γιεν.
Υπερβολική ανατίμηση
Οι εντάσεις που προκαλεί αυτή η εξέλιξη είναι εμφανείς: μέσα σε λίγες ώρες από τη διάσπαση του ορίου των 1,20 δολ. την Τρίτη, αξιωματούχοι της ΕΚΤ, οι οποίοι επί μήνες διεμήνυαν ότι τα επιτόκια είναι σε ουδέτερα επίπεδα, άρχισαν εκ νέου να αφήνουν να εννοηθεί ότι ενδέχεται να χρειαστεί παρέμβαση για την αντιμετώπιση μιας «υπερβολικής» ενίσχυσης του ευρώ. Η ανησυχία τους είναι ότι μια ισχυρή ανατίμηση θα πλήξει τους ευρωπαϊκούς εξαγωγικούς κλάδους και θα οδηγήσει σε αισθητή υποχώρηση του πληθωρισμού κάτω από τον στόχο του 2%. Στην περίπτωση αυτή η επανεκκίνηση της νομισματικής χαλάρωσης θα αποτελούσε το πρώτο εργαλείο αντίδρασης της κεντρικής τράπεζας.
Ωστόσο, υπάρχει και θετική πλευρά, ιδίως εάν η μεταβολή της ισοτιμίας αντανακλά και ταυτόχρονα ενθαρρύνει μια σταδιακή υποχώρηση της έντονης προτίμησης προς τις αμερικανικές επενδύσεις που σημειώνεται την τελευταία δεκαετία. Παράλληλα, μια πιο χαλαρή νομισματική πολιτική της ΕΚΤ διευκολύνει τον υψηλό κρατικό δανεισμό στην Ευρώπη. Επιπλέον, η φθηνότερη ενέργεια θα μετρίαζε το κόστος για τις επιχειρήσεις, σύμφωνα με το Reuters.
Ωστόσο, είναι κρίσιμο ότι οι ευρωπαϊκές οικονομίες χρειάζονται τρισεκατομμύρια ευρώ για τη χρηματοδότηση της άμυνας, της καινοτομίας και της ενεργειακής μετάβασης. Η ανάγκη αυτή καθίσταται ακόμη πιο πιεστική, καθώς η Ευρώπη ωθείται προς μια μορφή «στρατηγικής αυτονομίας» στο εμπόριο, στις επιχειρήσεις και την άμυνα, σε ένα περιβάλλον όπου η Ουάσιγκτον επιδιώκει να ανατρέψει την υφιστάμενη παγκόσμια τάξη.
Δύσκολες ισορροπίες για ΕΚΤ. Την Τρίτη η ισοτιμία του ευρώ ξεπέρασε το 1,20 δολ.
Εξ ου και η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, έχει ταχθεί υπέρ ενός ισχυρότερου διεθνούς ρόλου του ευρώ. Βέβαια, το ευρώ παραμένει με διαφορά δεύτερο πίσω από το δολάριο, τόσο ως προς τα συναλλαγματικά αποθέματα των κεντρικών τραπεζών όσο και ως προς τη διεθνή χρήση του. Η επίτευξη αυτού του στόχου χωρίς το κόστος της συναλλαγματικής ανατίμησης δεν είναι εύκολη υπόθεση, τονίζει το Reuters.
Η πολιτική Τραμπ
Σ’ αυτό το σημείο, το ευρωπαϊκό δίλημμα είναι καθρέφτης του αμερικανικού. Η κυβέρνηση Tραμπ φαίνεται διατεθειμένη να αποδεχθεί την αποδυνάμωση του δολαρίου στο πλαίσιο μιας ευρύτερης αναδιάρθρωσης του παγκόσμιου εμπορίου και της προσπάθειας επαναβιομηχάνισης των ΗΠΑ.
Ωστόσο, η πολυετής ενίσχυση του δολαρίου υπήρξε ταυτόχρονα αποτέλεσμα και κινητήριος δύναμη της εξαιρετικής επίδοσης της αμερικανικής οικονομίας και των αγορών της. Η αποδυνάμωση του νομίσματος και μόνο, με στόχο την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, είναι δύσκολο να επιτευχθεί χωρίς να κλονιστεί συνολικά αυτό το οικοδόμημα και ενδεχομένως χωρίς να πληγεί η κυρίαρχη θέση του δολαρίου.
Οπως επεσήμαναν αναλυτές της Citi, η επιδίωξη ενός αδύναμου δολαρίου θα μπορούσε να πλήξει τη ζήτηση ξένων επενδυτών για αμερικανικά κρατικά ομόλογα. «Μια ταχεία υποτίμηση θα μπορούσε επίσης να οδηγήσει σε υψηλότερο πληθωρισμό», πρόσθεσαν. Αντίστοιχη άποψη εξέφρασε και η Société Générale, υποστηρίζοντας ότι το πιο ευάλωτο σημείο της έκθεσης των ΗΠΑ στους ξένους επενδυτές εντοπίζεται στο χρέος και όχι στις μετοχές.
Γνωρίζοντας αυτούς τους κινδύνους και αφού ο Tραμπ χαρακτήρισε τις συναλλαγματικές κινήσεις «εξαιρετικές» το βράδυ της Τρίτης, ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ επιχείρησε να καθησυχάσει τις αγορές, επαναλαμβάνοντας ότι «οι ΗΠΑ έχουν πολιτική ισχυρού δολαρίου».
Οπως όμως έχει επισημανθεί επανειλημμένως από τον ίδιο και άλλους αξιωματούχους, ένα «ισχυρό» δολάριο, με την ευρύτερη έννοια, αφορά πρωτίστως το καθεστώς του ως παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος και τη διεθνή του χρήση, όχι κατ’ ανάγκη το επίπεδο της ισοτιμίας του. Ο Μπέσεντ υποστηρίζει ότι οι ορθές οικονομικές πολιτικές οδηγούν φυσιολογικά σε ένα ισχυρό νόμισμα, αν και η αγορά είναι εκείνη που τελικά κρίνει ποιες πολιτικές θεωρούνται «ορθές».
Η αμερικανική αυτή ρητορική γύρω από τη συναλλαγματική ισχύ δεν διαφέρει ουσιαστικά από το ευρωπαϊκό πρόβλημα: πώς μπορείς να προωθήσεις ένα «παγκόσμιο ευρώ» χωρίς να υποστείς το κόστος της ανατίμησης που συνοδεύει την επιτυχία του.

