Οι αντιξοότητες μερικές φορές προχωρούν τα πράγματα όπως τίποτε άλλο. Υπό την πίεση της απειλής των δασμών της Ουάσιγκτον, η Ινδία και η Ευρωπαϊκή Ενωση συμφώνησαν στo περίγραμμα μιας εμπορικής συμφωνίας, αφού ταλαιπωρήθηκαν από διαπραγματεύσεις «stop-start» για σχεδόν 19 χρόνια. Η συμφωνία θα μπορούσε να διευκολύνει σημαντικά την πρόσβαση στην αγορά και για τους δύο εταίρους που μοιράζονται μια εμπορική σχέση αξίας 180 δισ. ευρώ. Ωστόσο τα μειονεκτήματα που προσπαθεί να ξεπεράσει η χώρα της Νότιας Ασίας χαλαρώνοντας τον προστατευτισμό είναι ακριβώς αυτά που στρεβλώνουν τους όρους υπέρ των Βρυξελλών.
Η Ινδία συμφώνησε να μειώσει τους δασμούς στα πολυτελή αυτοκίνητα και τα ποτά, κάτι που θα μπορούσε να βελτιώσει την παρουσία των ευρωπαϊκών εταιρειών από τη Volkswagen μέχρι τη Renault που μέχρι στιγμής δυσκολεύονταν να αξιοποιήσουν την πέμπτη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο. Σε αντάλλαγμα, εξασφάλισε μονομιάς μια σημαντική αγορά για αγαθά, από γαρίδες μέχρι υφάσματα, τα οποία ενδέχεται να αποκλειστούν από τις ΗΠΑ λόγω ενός τιμωρητικού δασμού 50%. Οι ινδικές εταιρείες υπηρεσιών θα αποκτήσουν επίσης σταθερότερη πρόσβαση σε τομείς από την τεχνολογία πληροφοριών έως την εκπαίδευση.
Τα οφέλη φαίνονται μονόπλευρα. Τα περισσότερα ινδικά προϊόντα αντιμετώπιζαν μέσο δασμό της Ε.Ε. μόλις 3,3%, σύμφωνα με στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου. Επίσης, οι Βρυξέλλες δεν έχουν συμφωνήσει με τη χαλάρωση των κανόνων τους για τον φόρο άνθρακα. Αντίθετα, οι ευρωπαϊκές βιομηχανίες υπέκειντο σε δασμούς άνω του 10% κατά μέσον όρο, με τους κατασκευαστές μηχανημάτων και αυτοκινήτων να αντιμετωπίζουν δασμούς 44% και 110% αντίστοιχα. Αυτοί θα μειωθούν τώρα στο μηδέν και 10%.
Τα συνολικά κέρδη της Ε.Ε. εξακολουθούν να είναι μικρά, αλλά η σύγκριση με τη λιγότερο συμφέρουσα εμπορική συμφωνία που υπέγραψε η Βρετανία με την Ινδία πέρυσι, υπογραμμίζει τη σημασία της ύπαρξης μιας μεγάλης εγχώριας αγοράς. Οι Βρυξέλλες θα μπορούσαν να πουλήσουν μικρές παραχωρήσεις ως μεγάλα οφέλη, επειδή εξάγουν μόνο το 2% των αγαθών τους στην Ινδία, ενώ φιλοξενούν το 18% των ινδικών πωλήσεων. Βεβαίως, το Νέο Δελχί αναλαμβάνει περιορισμένα ρίσκα.
Οι Ινδοί αγρότες και οι γαλακτοπαραγωγοί θα παραμείνουν προστατευμένοι ακόμη και καθώς οι εισαγωγικοί δασμοί σε λιγότερο ευαίσθητα προϊόντα, όπως το ελαιόλαδο και οι χυμοί φρούτων, σταδιακά μειώνονται στο μηδέν. Οι δασμοί στα αυτοκίνητα θα μειωθούν σταδιακά, εξασφαλίζοντας χρόνο για να προσαρμοστούν οι τοπικοί κατασκευαστές, όπως η Tata Motors Passenger Vehicles και Mahindra & Mahindra και θα εξακολουθεί να ισχύει για μάρκες με τιμή άνω των 15.000 ευρώ. Για την Ινδία, αυτό αποτελεί μακροπρόθεσμο στοίχημα για την προώθηση της φιλοδοξίας της να γίνει μια εξαγωγική δύναμη, κάτι που απαιτεί την αντιστροφή των ασθενών άμεσων ξένων επενδύσεων και την εισαγωγή ανώτερης τεχνογνωσίας σε βιομηχανίες, από την αυτοκινητοβιομηχανία έως τον ιατρικό εξοπλισμό. Η έκθεση στην πειθαρχία των ξένων αγορών, δηλαδή στους αυστηρούς κανόνες υγείας και ασφάλειας της Ε.Ε., είναι απαραίτητο βήμα για να μιμηθεί την αναπτυξιακή εμπειρία της Ιαπωνίας, της Νότιας Κορέας και της Κίνας. Εν τω μεταξύ, η κακή ποιότητα των ινδικών προϊόντων θα μπορούσε να δυσχεράνει τη διείσδυση σε νέες αγορές. Αυτός είναι ένας λόγος για τον οποίο το εμπορικό έλλειμμα της Ινδίας με τον Σύνδεσμο Χωρών της Νοτιοανατολικής Ασίας αυξάνεται, παρά τις διασφαλίσεις από μια συμφωνία που υπογράφηκε το 2009. Τουλάχιστον προς το παρόν, οι Βρυξέλλες φαίνεται να έχουν κερδίσει το καλύτερο μέρος της συμφωνίας.

