Σε παγίδα αποπληθωρισμού η κινεζική οικονομία

Σε παγίδα αποπληθωρισμού η κινεζική οικονομία

Κινδυνεύει με παρατεταμένη περίοδο στασιμότητας

3' 39" χρόνος ανάγνωσης

Μπορεί να πέτυχε τον στόχο του 5% που είχε θέσει για την ανάπτυξη της οικονομίας της το περασμένο έτος, αλλά αυτό συνέβη κυρίως χάρη στην εκτόξευση των εξαγωγών της· μπορεί να σημειώνει θεαματική τεχνολογική πρόοδο και να ανταγωνίζεται επιθετικά τις ΗΠΑ στα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης και στη ρομποτική· μπορεί και να παράγει τα πάντα, από το στρατηγικό της πλεονέκτημα των σπάνιων γαιών μέχρι τα εμπορικά πλοία, και χάρη σε όλα αυτά να αντεπεξέρχεται πλήρως στον εμπορικό πόλεμο με τις ΗΠΑ. Ομως, η Κίνα έχει παγιδευτεί σε φαύλο κύκλο αποπληθωρισμού, αφού από το 2023 και μετά έχουν μειωθεί τα χρήματα στις τσέπες των Κινέζων καταναλωτών, οι οποίοι περιορίζουν τις αγορές τους εξωθώντας τις επιχειρήσεις να μειώνουν τις τιμές, αλλά και τους μισθούς των υπαλλήλων τους, με αποτέλεσμα να ανακυκλώνεται το πρόβλημα.

Τα δελτία που καταθέτουν οι κινεζικές επιχειρήσεις στις αρμόδιες αρχές προδίδουν πως τα κέρδη τους μειώνονται και αυτό αφορά μεγάλο εύρος κλάδων, όπως οι βιομηχανίες χάλυβα, τσιμέντου, ηλεκτροκίνητων οχημάτων, ρομποτικής, καρυκευμάτων και καλλυντικών. Τα περιθώρια κέρδους των εισηγμένων εταιρειών βρίσκονται στα χαμηλότερα επίπεδά τους από το 2009, ενώ στη διάρκεια του περασμένου έτους οι επενδύσεις σε κατοικίες, βιομηχανίες και υποδομές υποχώρησαν για πρώτη φορά στην ιστορία τους. Η Κίνα διατρέχει, έτσι, τον κίνδυνο να έχει την τύχη της Ιαπωνίας, που καθηλώθηκε σε παρατεταμένη περίοδο στασιμότητας στη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 και στις αρχές του 2000. Στην περίπτωση της Κίνας, ο αποπληθωρισμός έχει και γεωπολιτική διάσταση. Μην μπορώντας να διαθέσουν τα προϊόντα τους στην εγχώρια αγορά, οι κινεζικές βιομηχανίες εξάγουν όλο και περισσότερο γι’ αυτό και το εμπορικό πλεόνασμα της Κίνας εκτοξεύθηκε το περασμένο έτος στο ιλιγγιώδες 1,2 τρισ. δολ. με αποτέλεσμα να προσελκύει τα βέλη των κυβερνήσεων ανά τον κόσμο, που διαμαρτύρονται δικαίως ότι η μαζική εισροή πάμφθηνων κινεζικών προϊόντων πλήττει τις δικές τους βιομηχανίες.

Παρά την ανάπτυξη, την εκτόξευση εξαγωγών και την τεχνολογική πρόοδο, η κατανάλωση μειώνεται από το 2023.

Η κινεζική ηγεσία και γενικότερα οι κινεζικές αρχές έχουν θέσει σε απόλυτη προτεραιότητα την τόνωση της εγχώριας ζήτησης και έχουν δεσμευθεί να πατάξουν τον «ανταγωνισμό προς τα κάτω», δηλαδή τον πόλεμο τιμών ανάμεσα στις επιχειρήσεις. Στην πραγματικότητα, όμως, αυτός ο πόλεμος τιμών είναι η παρενέργεια των προσπαθειών της Κίνας να επιτύχει την πλήρη αυτάρκεια και να αναδειχθεί σε παγκόσμια ηγετική δύναμη στις προηγμένες τεχνολογίας, καθώς για να το επιτύχει δεν έχει προσφέρει την απαιτούμενη στήριξη στους καταναλωτές. Η προσπάθεια της Κίνας για αυτάρκεια έχει επιτύχει το οικονομικό θαύμα της χώρας, όμως κινεί ένα ολόκληρο σύστημα προς τη στήριξη των βιομηχανιών, αλλά όχι των καταναλωτών. Περιφερειακές αρχές και επαρχίες ανταγωνίζονται για τον υψηλότερο ρυθμό ανάπτυξης των βιομηχανιών τους, στις οποίες διοχετεύουν κονδύλια, τους προσφέρουν δάνεια από τις κινεζικές τράπεζες με χαμηλά επιτόκια και με ευνοϊκούς όρους, ενώ παράλληλα χρηματοδοτούν επενδύσεις και προσφέρουν φοροαπαλλαγές. Το αποτέλεσμα είναι να αυξάνονται διαρκώς οι επιχειρήσεις και μοιραία να αποδύονται σε έναν θηριώδη ανταγωνισμό μεταξύ τους.

Ενδεικτική περίπτωση είναι οι αυτοκινητοβιομηχανίες, καθώς στην Κίνα υπάρχουν περισσότερες από 100 βιομηχανίες ηλεκτροκίνητων οχημάτων και τώρα αγωνίζονται να επιβιώσουν. Πριν από μία δεκαετία, περίπου, οι τοπικές κυβερνήσεις έσπευσαν να επενδύσουν πολλά στον κλάδο, μιας και το Πεκίνο τον είχε καταχωρίσει ανάμεσα στις βιομηχανίες στρατηγικής σημασίας. Τώρα προσπαθούν μόνο να διατηρήσουν όλες αυτές τις βιομηχανίες σε λειτουργία, ώστε να μην αναγκαστούν να οδηγηθούν σε μαζικές απολύσεις και να εξακολουθήσουν να αποφέρουν φορολογικά έσοδα στο κράτος. Κάτι ανάλογο ενδέχεται να συμβεί σύντομα στον κλάδο των ανθρωπόμορφων ρομπότ, που τώρα προσελκύει μαζικά επενδύσεις και χαρακτηρίζεται από επιθετικό ανταγωνισμό. Από το περασμένο έτος, η υπηρεσία οικονομικού σχεδιασμού έχει προειδοποιήσει πως ενδέχεται να καλλιεργείται φούσκα στον κλάδο, ο οποίος ήδη αριθμεί πάνω από 150 εταιρείες.

Και την ίδια στιγμή δεν υπάρχει αντίστοιχη μέριμνα για τον μέσο Κινέζο, ο οποίος συχνά δεν έχει παρά πενιχρή ασφαλιστική κάλυψη και μικρή σύνταξη. Κι ενώ εδώ και χρόνια το Πεκίνο θεωρητικά προσπαθεί να ενισχύσει το δίχτυ κοινωνικής ασφάλισης, οι δαπάνες του κράτους για την υγεία και τα συνταξιοδοτικά προγράμματα υστερούν σημαντικά σε σύγκριση με τα αντίστοιχα άλλων μεγάλων οικονομιών. Αναπόφευκτη συνέπεια όλων αυτών είναι πως ο κόσμος στην Κίνα τείνει διαρκώς να αποταμιεύει για περίπτωση ανάγκης και να δαπανά λιγότερο. Ενα μέσο κινεζικό νοικοκυριό τείνει να αποταμιεύει περίπου το ένα τρίτο του εισοδήματός του, όταν το αντίστοιχο νοικοκυριό στις ΗΠΑ δεν αποταμιεύει παρά το 5%. Οι καταναλωτικές δαπάνες στην Κίνα δεν υπερβαίνουν το 40% του ΑΕΠ της όταν ο μέσος όρος παγκοσμίως είναι 55%, ενώ στις ΗΠΑ φτάνουν στο 68% του ΑΕΠ.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT