Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία λειτούργησε ως καταλύτης για τη μεγαλύτερη αμυντική ανασυγκρότηση της Ευρώπης από την εποχή του Ψυχρού Πολέμου. Σ’ αυτό το νέο τοπίο η Ευρώπη έχει ξεκινήσει μια κούρσα εξοπλισμών και βιομηχανικής αναγέννησης, η οποία θα απαιτήσει –σύμφωνα με εκτιμήσεις– επενδύσεις ύψους ενός τρισεκατομμυρίου δολαρίων μέσα στην επόμενη δεκαετία.
Η κινητοποίηση αυτή δεν τροφοδοτείται μόνο από την άμεση απειλή από τη Μόσχα, αλλά και από τη διαφαινόμενη ρήξη στις παραδοσιακές διατλαντικές σχέσεις. Η αβεβαιότητα γύρω από το μέλλον της αμερικανικής εμπλοκής στη Γηραιά Ηπειρο αναγκάζει τις Βρυξέλλες και τις εθνικές κυβερνήσεις να επιδιώξουν στρατηγική αυτονομία. Το διακύβευμα δεν είναι πλέον μόνο η αγορά σύγχρονων οπλικών συστημάτων, αλλά η ικανότητα της Ευρώπης να τα σχεδιάζει, να τα παράγει και να τα συντηρεί.
Η μετάβαση από μια οικονομία παροχής υπηρεσιών και τεχνολογίας αιχμής σε μια οικονομία που μπορεί να παράγει χιλιάδες βλήματα πυροβολικού, άρματα μάχης και συστήματα αεράμυνας σε βιομηχανική κλίμακα, αποτελεί τεράστια πρόκληση για τις εφοδιαστικές αλυσίδες και το εργατικό δυναμικό των «27». Και παρά τη σημαντική πρόοδο που έχει σημειωθεί, ο δρόμος προς την πλήρη ανεξαρτησία παραμένει μακρύς και γεμάτος εμπόδια.
Η γραφειοκρατία, οι διαφορετικές τεχνικές προδιαγραφές μεταξύ των ευρωπαϊκών στρατών και η ανάγκη για τεράστια κεφάλαια κίνησης αποτελούν τροχοπέδη στην ενίσχυση της παραγωγής. Σ’ αυτό το περιβάλλον, οι μεγάλες αμυντικές βιομηχανίες της Ευρώπης μετατρέπονται στους νέους πυλώνες της οικονομικής ανάπτυξης.
Το διακύβευμα είναι η ικανότητα της Ευρώπης να σχεδιάζει, να παράγει και να συντηρεί δικά της οπλικά συστήματα.
Το κόστος αντικατάστασης του τρέχοντος αμερικανικού στρατιωτικού εξοπλισμού και προσωπικού στην Ευρώπη, ωστόσο, θα ήταν περίπου ένα τρισ. δολάρια, σύμφωνα με το think tank του Διεθνούς Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών. Πέρυσι η Ευρώπη δαπάνησε περίπου 560 δισ. δολάρια για την άμυνα, σύμφωνα με αναλυτές της Bernstein, διπλάσια από όσα δαπάνησε πριν από μια δεκαετία. Μέχρι το 2035 οι δαπάνες της για εξοπλισμό θα φτάσουν το 80% των δαπανών του Πενταγώνου, από λιγότερο από 30% το 2019.
Η γερμανική Rheinmetall έχει εγκαινιάσει ή κατασκευάζει 16 νέα εργοστάσια από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022. Ο ιταλικός γίγαντας της άμυνας Leonardo έχει αυξήσει τον αριθμό των εργαζομένων του σχεδόν κατά το ήμισυ, σε 64.000 άτομα σε δύο και πλέον χρόνια. Μέχρι την άνοιξη του περασμένου έτους η MBDA, ο μεγαλύτερος κατασκευαστής πυραύλων στην Ευρώπη, μπορούσε να κατασκευάζει 40 πυραύλους αεράμυνας Mistral μικρού βεληνεκούς τον μήνα – από δέκα πριν από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα η ευρωπαϊκή παραγωγή έχει ξεπεράσει την αμερικανική. Μόνο η Rheinmetall σύντομα θα είναι σε θέση να παράγει 1,5 εκατ. βλήματα πυροβολικού 155 χιλιοστών ετησίως, περισσότερα από τη συνολική αμυντική βιομηχανία των ΗΠΑ. Η Ευρώπη επιπλέον προμηθεύεται σχεδόν αποκλειστικά τα δικά της τεθωρακισμένα οχήματα, με το γερμανικό Leopard να είναι το πιο δημοφιλές άρμα μάχης στον κόσμο. Κατασκευάζει επίσης όλα τα δικά της πλοία και υποβρύχια, σκάφη που ξεπερνούν σε πωλήσεις τα αντίστοιχα αμερικανικά σε παγκόσμιο επίπεδο.
Ωστόσο, η Ευρώπη δεν έχει απομακρυνθεί ακόμη από τις ΗΠΑ, ενώ παραμένουν κενά στην παραγωγική της ικανότητα. Ενα εμπόδιο για τον ταχύ ευρωπαϊκό επανεξοπλισμό είναι ο κατακερματισμός. «Κάθε χώρα θέλει να έχει το δικό της άρμα μάχης, το δικό της αεροσκάφος κ.λπ., και η διασπορά όσον αφορά τις επενδύσεις, την έρευνα και ανάπτυξη και τις προμήθειες δεν ευνοεί», λένε οι αναλυτές.
Παρά το γεγονός ότι η Γερμανία εφηύρε τον βαλλιστικό πύραυλο πριν από 80 και πλέον χρόνια, η Ευρώπη δεν παράγει σχεδόν καθόλου αυτό το απαραίτητο όπλο ή άλλους τύπους πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς. Η αμερικανική πυραυλική άμυνα μεγάλου βεληνεκούς παραμένει το σύστημα επιλογής για τα ευρωπαϊκά έθνη.
«Θα μπορούσε λοιπόν η Ευρώπη να εξοπλιστεί; Ναι, αλλά όχι ακόμη», υποστηρίζει ο Μάθιου Σάβιλ, διευθυντής του think tank Royal United Services Institute. «Ο όγκος δεν έχει φτάσει ακόμη στο επιθυμητό επίπεδο και πρέπει να αποδεχτούμε ότι σε ορισμένους τομείς τα πράγματα δεν είναι τόσο καλά».

