Το καλοκαίρι του 2025 ένα ρεπορτάζ στον γαλλικό Τύπο αποκάλυψε μια αλήθεια που πολλοί υποψιάζονταν, αλλά λίγοι παραδέχονταν: σε κεντρικά καφέ της Πόλης του Φωτός, οι Αμερικανοί τουρίστες χρεώνονταν έως και 50% περισσότερο από τους Παριζιάνους για το ίδιο ακριβώς croque monsieur. Για τους θιασώτες του δικαιώματος να ταξιδεύεις παντού σαν ντόπιος, αυτό θεωρήθηκε προσβολή. Για τους κατοίκους της γαλλικής πρωτεύουσας, όμως, που βλέπουν την πόλη τους να μετατρέπεται σε Disneyland, η υπερτιμολόγηση δεν ήταν απάτη, αλλά μια ύστατη μορφή άμυνας.
Στις 20 Ιανουαρίου ο ΟΗΕ επιβεβαίωσε ότι οι διεθνείς αφίξεις το 2025 άγγιξαν το 1,52 δισ., ξεπερνώντας κατά 4% τα επίπεδα προ πανδημίας. Περισσότερες από τις μισές κατευθύνθηκαν στην Ευρώπη, την ήπειρο που ο καθηγητής Στέφαν Γκέσλινγκ –ειδικός στον υπερτουρισμό στο Πανεπιστήμιο Linnaeus της Σουηδίας– χαρακτηρίζει το «τελευταίο ασφαλές καταφύγιο». Η ασφάλεια, η ευνομία και τα ιστορικά της αξιοθέατα κατέστησαν τη Γηραιά Ηπειρο θύμα της ίδιας της επιτυχίας της. Οταν όμως η καθημερινότητα των ντόπιων εκτοπίζεται από στρατιές τουριστών που κυνηγούν την τέλεια φωτογραφία για το TikTok, ο όρος «υπερτουρισμός» παύει να είναι στατιστικό μέγεθος και γίνεται συναίσθημα: η αίσθηση μιας κοινότητας ότι η πόλη της δεν της ανήκει πια.
Το πρόβλημα δεν εντοπίζεται πλέον μόνο στα μουσεία, που έχουν δεκαετίες εμπειρίας στη διαχείριση πλήθους.
Η κρίση έχει μεταφερθεί στους δρόμους, στα βιβλιοπωλεία και στις γειτονιές. Στο Πόρτο της Πορτογαλίας το εμβληματικό Livraria Lello δέχεται 1,2 εκατ. επισκέπτες ετησίως, που συνήθως συνωστίζονται απλά και μόνο για να φωτογραφίσουν τη σπειροειδή σκάλα του. Η διευθύντριά του, Aουρόρα Πέδρο Πίντο, εξηγεί ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο ο μεγάλος αριθμός των επισκεπτών, αλλά και το «μικρό πολιτιστικό τους βάθος», όπως λέει χαρακτηριστικά. Η επιφανειακή αλληλεπίδραση με τον χώρο μετατρέπει ζωντανούς οργανισμούς, όπως το ιστορικό βιβλιοπωλείο Shakespeare and Company στο Παρίσι, από καταφύγια σκέψης σε σκηνικά για Instagram, όπου η αυθεντική επικοινωνία είναι πρακτικά αδύνατη. Ποιος όμως πρέπει να πληρώσει το τίμημα αυτής της ασφυξίας;
Τα προβλήματα που μπορεί να δημιουργηθούν από την αύξηση τιμών και τα εισιτήρια εισόδου και η λύση της AI για τις στρατιές τουριστών.
Η αύξηση των τιμών φαίνεται η προφανής λύση, αλλά δεν είναι πάντα η ενδεδειγμένη. Αν αυξηθεί το κόστος των πτήσεων, λόγου χάριν, όπως προτείνουν ορισμένοι οικονομολόγοι, θα «τιμωρηθεί» πιθανότατα η μέση οικογένεια που κάνει ένα ταξίδι τον χρόνο, αφήνοντας ανεπηρέαστο το 1% του πληθυσμού που πραγματοποιεί τις μισές πτήσεις παγκοσμίως.
Από την άλλη, η επιβολή εισιτηρίων εισόδου, όπως στη Βενετία ή στο βιβλιοπωλείο Livraria Lello, μπορεί να εξασφαλίζει κέρδη, αλλά δεν μειώνει απαραίτητα τον συνωστισμό. Αντιθέτως, μπορεί να ενισχύσει την αντίληψη ότι ένας προορισμός «αξίζει τα λεφτά του», προσελκύοντας ακόμη περισσότερους τουρίστες που έχουν την οικονομική δυνατότητα.

Μια πιο βιώσιμη προσέγγιση, γράφει το Bloomberg, φαίνεται να είναι η «διασπορά» και η χρήση της τεχνολογίας. Στα Νησιά Φερόε οι Αρχές κατευθύνουν τους επισκέπτες μέσω συστημάτων πλοήγησης σε λιγότερο γνωστά σημεία, προστατεύοντας τα «διαμάντια» της περιοχής από τον συνωστισμό. Παράλληλα, η τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε στο μέλλον να προειδοποιεί τους ταξιδιώτες σε πραγματικό χρόνο ότι ο Καθεδρικός της Φλωρεντίας, λόγου χάρη, είναι υπερπλήρης, προτείνοντας εναλλακτικές εμπειρίες.
Η ρίζα της δυσαρέσκειας παραμένει οικονομική. Στην Ισπανία, ενώ η τουριστική κίνηση απογειώνεται, οι πραγματικοί μισθοί στην εστίαση μειώνονται και τα ενοίκια εκτοξεύονται λόγω της βραχυχρόνιας μίσθωσης. Οι αφίξεις στη χώρα έχουν αυξηθεί κατά 80% από το 2010, ενώ οι πραγματικοί μισθοί έχουν μειωθεί κατά 4% την ίδια περίοδο, με παρόμοια εικόνα και στον τομέα της φιλοξενίας. Στο πλαίσιο αυτό η Βαρκελώνη πήρε τη ριζοσπαστική απόφαση να απαγορεύσει την πλατφόρμα Airbnb, προσπαθώντας να επιστρέψει τα σπίτια στους διαμαρτυρόμενους κατοίκους.
Ο υπερτουρισμός, λένε οι ειδικοί, είναι ένας καθρέφτης της παγκόσμιας ανισότητας αλλά και των κακών συνηθειών μας. Οταν βρισκόμαστε σε διακοπές, λόγου χάρη, τείνουμε να αφήνουμε τη λογική και την περιβαλλοντική μας συνείδηση στο σπίτι. «Η προσπάθεια αλλαγής της συμπεριφοράς των ταξιδιωτών είναι εξαιρετικά δύσκολη», επιβεβαιώνει η Σάρα Ντόλνικαρ, καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Κουίνσλαντ, η οποία έχει αφιερώσει δεκαετίες στην έρευνα εξετάζοντας, μεταξύ άλλων, τρόπους για να πείσει τους επισκέπτες των ξενοδοχείων να επαναχρησιμοποιούν τις πετσέτες – ένα παραδοσιακά δυσεπίλυτο πρόβλημα. Ομως, καθώς η παγκόσμια μεσαία τάξη μεγαλώνει, το Παρίσι θα παραμένει ένα και η Βενετία μοναδική. Αν δεν θέλουμε οι πόλεις μας να μετατραπούν σε αποστειρωμένα μουσεία για λίγους, η λύση ίσως κρύβεται στην πρόταση της Σίρλεϊ Νιούλαντ. Η επικεφαλής της Paradise Found, μιας εταιρείας συμβούλων για βιώσιμο τουρισμό, προτείνει ένα ταξίδι πιο αργό, λίγο πιο ακριβό, αλλά πολύ πιο σωστά μελετημένο. Το τίμημα της διατήρησης της «μαγείας» ενός τόπου ίσως είναι, τελικά, η δική μας απόφαση να είμαστε λιγότερο τουρίστες και περισσότερο… φιλοξενούμενοι, επισημαίνει.

