Καθώς η Ευρώπη εξετάζει πώς να απαντήσει καλύτερα στις τελευταίες απειλές του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ σχετικά με την κυριαρχία της Γροιλανδίας, ένα ακραίο πιθανό αντίμετρο τροφοδοτεί έντονη συζήτηση μεταξύ των επενδυτών.
Οι ευρωπαϊκές χώρες κατέχουν τρισεκατομμύρια δολάρια σε αμερικανικά ομόλογα και μετοχές, μέρος των οποίων βρίσκεται σε δημόσια επενδυτικά ταμεία. Αυτό έχει πυροδοτήσει εικασίες ότι θα μπορούσαν να προχωρήσουν σε πωλήσεις τέτοιων περιουσιακών στοιχείων ως απάντηση στη νέα δασμολογική σύγκρουση με τον Τραμπ, κάτι που θα μπορούσε να αυξήσει το κόστος δανεισμού των ΗΠΑ και να πιέσει τις μετοχές, δεδομένης της εξάρτησης της αμερικανικής οικονομίας από ξένα κεφάλαια.
Ωστόσο, αυτό είναι κάτι πιο εύκολο να το πει κανείς, παρά να το κάνει. Το μεγαλύτερο μέρος αυτών των περιουσιακών στοιχείων βρίσκεται στα χαρτοφυλάκια ιδιωτικών επενδυτικών funds, εκτός του άμεσου ελέγχου των κυβερνήσεων, και σε κάθε περίπτωση μια τέτοια κίνηση θα έπληττε πιθανότατα και τους ίδιους τους Ευρωπαίους επενδυτές. Οι περισσότεροι στρατηγικοί αναλυτές θεωρούν, συνεπώς, ότι οι πιθανότητες οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής να φτάσουν τελικά τόσο μακριά είναι χαμηλές, δεδομένης της γενικότερης απροθυμίας τους να αντιπαρατεθούν με τον Τραμπ από την επιστροφή του στην εξουσία πριν από έναν χρόνο.
Το γεγονός και μόνο ότι ο επικεφαλής παγκόσμιος στρατηγικός αναλυτής συναλλάγματος της Deutsche Bank μιλάει πλέον ανοιχτά για τη «στρατιωτικοποίηση του κεφαλαίου» δείχνει ότι τέτοια αντίποινα μετατρέπονται σε ακραίο αλλά υπαρκτό κίνδυνο για τις αγορές, καθώς οι επεκτατικές πολιτικές του Τραμπ αναδιαμορφώνουν το γεωπολιτικό τοπίο. Τα αμερικανικά περιουσιακά στοιχεία που κατέχονται εντός της Ευρωπαϊκής Ενωσης υπερβαίνουν τα 10 τρισ. δολάρια, σύμφωνα με στοιχεία του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών, ενώ ακόμη περισσότερα βρίσκονται στο Ηνωμένο Βασίλειο και στη Νορβηγία.
«Το καθαρό διεθνές επενδυτικό έλλειμμα των ΗΠΑ είναι τεράστιο και αποτελεί δυνητική απειλή για το δολάριο, αλλά μόνο εφόσον οι ξένοι κάτοχοι αμερικανικών περιουσιακών στοιχείων είναι διατεθειμένοι να υποστούν οικονομικές απώλειες», σημειώνει ο Κιτ Τζακς, επικεφαλής στρατηγικής συναλλάγματος της Societe Generale, σύμφωνα με το Bloomberg.
Οι πωλήσεις τέτοιων περιουσιακών στοιχείων θα μπορούσαν να αυξήσουν το κόστος δανεισμού των ΗΠΑ και να πιέσουν τις αμερικανικές μετοχές.
«Ενδέχεται οι ευρωπαϊκοί επενδυτές του δημόσιου τομέα είτε να σταματήσουν να αυξάνουν τις θέσεις τους σε αμερικανικά περιουσιακά στοιχεία είτε να αρχίσουν να τα πωλούν, αλλά η κατάσταση πιθανότατα θα πρέπει να κλιμακωθεί αρκετά περισσότερο πριν θυσιάσουν την επενδυτική τους απόδοση για πολιτικούς λόγους», πρόσθεσε.
Η πιο απτή αντίδραση της Ε.Ε. μέχρι στιγμής ήταν η πρόταση να «παγώσει» η έγκριση της εμπορικής συμφωνίας του Ιουλίου με τις ΗΠΑ. Παράλληλα, οι ηγέτες βρίσκονται σε συνομιλίες για την πιθανή επιβολή δασμών σε αμερικανικά προϊόντα, με τον Γερμανό υπουργό Οικονομικών να καλεί την Ευρώπη να προετοιμάσει το ισχυρότερο εμπορικό της αντίμετρο.
Οποιαδήποτε «στρατιωτικοποίηση» των ευρωπαϊκών συμμετοχών σε αμερικανικά περιουσιακά στοιχεία θα συνιστούσε σοβαρή κλιμάκωση. Στην πράξη, θα μετέτρεπε έναν υπόγειο εμπορικό πόλεμο –τον οποίο οι επενδυτές σε μεγάλο βαθμό αγνόησαν πέρυσι– σε μια χρηματοοικονομική σύγκρουση που θα επηρέαζε άμεσα τις αγορές κεφαλαίου.
«Παρά τη στρατιωτική και οικονομική τους ισχύ, οι ΗΠΑ έχουν μια βασική αδυναμία: βασίζονται σε τρίτους για να χρηματοδοτούν τα ελλείμματά τους μέσω μεγάλων εξωτερικών ανισορροπιών», δήλωσε ο Γιώργος Σαραβέλος, επικεφαλής ανάλυσης συναλλάγματος της Deutsche Bank. «Σε ένα περιβάλλον όπου η γεωοικονομική σταθερότητα της δυτικής συμμαχίας διαταράσσεται σε υπαρξιακό επίπεδο, δεν είναι σαφές γιατί οι Ευρωπαίοι θα ήταν εξίσου πρόθυμοι να συνεχίσουν να παίζουν αυτόν τον ρόλο».
Προς το παρόν, παραμένει ασαφές αν οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι θα εξέταζαν έστω το ενδεχόμενο να ωθήσουν τους επενδυτές της περιοχής σε ανακατανομή κεφαλαίων μακριά από τις ΗΠΑ. Αναλυτές της ING Groep, υπό τον Κάρστεν Μπρζέσκι, σημείωσαν ότι, παρότι η Ευρώπη διαθέτει θεωρητικά μοχλό πίεσης λόγω των αμερικανικών συμμετοχών της, ίσως χρειαστεί να υιοθετήσει πιο ήπια προσέγγιση. «Υπάρχουν ελάχιστα πράγματα που θα μπορούσε να κάνει η Ε.Ε. για να εξαναγκάσει ιδιώτες Ευρωπαίους επενδυτές να πωλήσουν περιουσιακά στοιχεία σε δολάρια», δήλωσε ο Μπρζέσκι. «Το μόνο που θα μπορούσε να κάνει είναι να προσπαθήσει να δώσει κίνητρα για επενδύσεις σε περιουσιακά στοιχεία σε ευρώ».

