Στις όχθες του Δούναβη, εκεί όπου το ποτάμι χάνεται μέσα στη βαυαρική φύση, το αββαείο του Weltenburg στέκει ως πέτρινος μάρτυρας χιλίων ετών ιστορίας. Σε αυτό το θρυλικό μοναστήρι η τέχνη της ζυθοποιίας δεν είναι απλώς μια παραγωγική διαδικασία, αλλά μια ιερή παράδοση που ξεκίνησε το 1050 μ.Χ. Οι Βενεδικτίνοι μοναχοί του επιβίωσαν από πυρκαγιές, καταστροφικές πλημμύρες, την εκκοσμίκευση του κράτους, ακόμη και από έναν παγκόσμιο πόλεμο, όταν η ανατίναξη του κτιρίου ακυρώθηκε την τελευταία στιγμή. Σήμερα η αρχαιότερη μοναστηριακή ζυθοποιία στον κόσμο καλείται να αντιμετωπίσει έναν διαφορετικό, πιο αμείλικτο εχθρό: την οικονομική πραγματικότητα μιας αγοράς που συρρικνώνεται διαρκώς. Η ανακοίνωση ότι η Weltenburger πωλείται στη φημισμένη ζυθοποιία Schneider Weisse του Μονάχου σηματοδοτεί το τέλος μιας ολόκληρης εποχής. Παρά τη διεθνή αναγνώριση και τo μισό εκατομμύριο επισκέπτες που κατακλύζουν κάθε χρόνο το αββαείο για να γευθούν τη βραβευμένη σκούρα μπίρα, η επιχείρηση βρισκόταν στο «κόκκινο» εδώ και αρκετά χρόνια. Η καθολική επισκοπή του Ρέγκενσμπουργκ αναγκαζόταν να προσφέρει διαρκώς δικά της κεφάλαια για να καλύψει τις απώλειες, σε μια περίοδο που η κατανάλωση μπίρας στη Γερμανία καταγράφει ιστορική πτώση, με τους καταναλωτές να αφήνουν πίσω τους την υπερκατανάλωση των παλαιότερων γενεών.
Η συμφωνία πώλησης η οποία αναμένεται να ολοκληρωθεί έως τον Ιανουάριο του 2027 περιλαμβάνει επίσης την ιστορική ζυθοποιία Bischofshof –ιδρύθηκε το 1649–, η οποία είχε αναλάβει την παραγωγή της Weltenburger εδώ και μισό αιώνα, ενώ προβλέπει τη διατήρηση και των 21 υπαλλήλων στη νέα εταιρεία.
Ενώ η παραγωγή στις εγκαταστάσεις της Bischofshof θα σταματήσει οριστικά, η καρδιά της ζυθοποιίας θα συνεχίσει να χτυπάει μέσα στο ιστορικό αββαείο. Ο Τιλ Χέντριχ, διευθύνων σύμβουλος των δύο μονάδων, υπογράμμισε ότι η εξαγορά από έναν τοπικό παράγοντα, όπως η Schneider Weisse –μια οικογενειακή επιχείρηση από το 1872– ήταν η μόνη λύση για να αποτραπεί η διάλυση από κάποιον απρόσωπο επενδυτή και να διατηρηθεί ζωντανό ένα κρίσιμο κομμάτι της βαυαρικής ταυτότητας.
Παρά τo μισό εκατομμύριο επισκέπτες που κατακλύζουν κάθε χρόνο το αββαείο για να γευθούν τη βραβευμένη σκούρα μπίρα, η επιχείρηση βρισκόταν στο «κόκκινο» εδώ και αρκετά χρόνια.
Η πρόκληση για το μέλλον, ωστόσο, παραμένει μεγάλη. Ο αυστηρός γερμανικός «νόμος καθαρότητας» (Reinheitsgebot), που επιτρέπει μόνο νερό, κριθάρι, λυκίσκο και μαγιά στη συνταγή της μπίρας, αποτελεί ταυτόχρονα σύμβολο ποιότητας αλλά και εμπόδιο στην καινοτομία, την ώρα που οι μη αλκοολούχες μπίρες κερδίζουν διαρκώς έδαφος. Η ιστορική ζυθοποιία ετοιμάζεται να αλλάξει χέρια, την ώρα που οι πωλήσεις μπίρας στη Γερμανία βρίσκονται σε πτωτική πορεία και η κατανάλωση αλκοόλ μειώνεται σε μεγάλο μέρος της Δύσης. Ο κύκλος εργασιών έχει συρρικνωθεί κατά ένα τέταρτο τα τελευταία 15 χρόνια, ενώ το 2025 η κατανάλωση μειώθηκε κατά πέντε εκατομμύρια εκατόλιτρα, στη μεγαλύτερη πτώση εδώ και 75 χρόνια.
Η γερμανική αγορά μπίρας έχει διατηρήσει πεισματικά την αφοσίωσή της σε περιφερειακές μάρκες, με μερικές δεκάδες εθνικά ή παγκοσμίως γνωστά ονόματα να συναγωνίζονται για τους καταναλωτές με περίπου 1.500 μικρές και μεσαίες ζυθοποιίες. Στις περισσότερες χώρες οι μεγάλες μάρκες έχουν «καταπιεί» τις μικρότερες ιστορικές ζυθοποιίες και μόνο οι εξατομικευμένες ζυθοποιίες craft αντιστέκονται ενίοτε.
Ως αποτέλεσμα, η Γερμανία, ίσως παραδόξως δεδομένης της μακράς και περήφανης παράδοσής της, δεν έχει ούτε μία ανάμεσα στις δέκα μπίρες με τις μεγαλύτερες πωλήσεις στον κόσμο. Εξακολουθεί να διαθέτει, ωστόσο, τον μεγαλύτερο αριθμό μοναστικών ζυθοποιείων, εννέα που διαχειρίζονται μοναχοί ή οι υπάλληλοί τους και ένα 10ο, το φραγκισκανικό μοναστήρι Mallersdorf Abbey, το οποίο διευθύνεται από μοναχές που πωλούν μόνο το μικρό πλεόνασμα από αυτό που δεν καταναλώνουν οι ίδιες.

