Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει διαφημίσει την εμπορική πολιτική του ως ευεργετική για την αμερικανική οικονομία και την αμερικανική αγορά εργασίας ισχυριζόμενος ότι αναγκάζει τις άλλες χώρες και τις ξένες επιχειρήσεις να πληρώνουν τους δασμούς και ότι από θέση ισχύος αναγκάζει τις κυβερνήσεις άλλων χωρών να συνάψουν συμφωνίες με τις ΗΠΑ. Η επιχειρηματολογία του καταρρέει όμως από τα στοιχεία που φέρνει στο φως νέα έρευνα, η οποία συνάδει με τα συμπεράσματα παλαιότερων μελετών αφενός του Πανεπιστημίου Γέιλ και αφετέρου ομάδας οικονομολόγων της Οικονομικής Σχολής του Χάρβαρντ. Πρόκειται για έρευνα του Ινστιτούτου του Κιέλου για την Παγκόσμια Οικονομία, της γερμανικής δεξαμενής σκέψης, που επισημαίνει πως το κόστος των δασμών πληρώνουν οι Αμερικανοί, καθώς ενσωματώνεται στις τιμές των καταναλωτικών προϊόντων και τις αυξάνει. Μελετώντας εισαγόμενα προϊόντα αξίας 4 τρισ. δολ. που εισήχθησαν στο διάστημα Ιανουαρίου 2024 – Νοεμβρίου 2025, το Ινστιτούτο του Κιέλου διαπίστωσε πως οι ξένες εξαγωγικές εταιρείες απορρόφησαν στις τιμές τους μόλις το 4% από το κόστος των δασμών που επέβαλε πέρυσι ο Αμερικανός πρόεδρος. Στο ίδιο χρονικό διάστημα κατέγραψε πως οι Αμερικανοί καταναλωτές και οι αμερικανικές εισαγωγικές επιχειρήσεις κατέβαλαν το 96% του κόστους των δασμών.
Διαπίστωσε επίσης πως οι δασμοί είχαν σημαντικό αντίκτυπο στον όγκο των εμπορικών συναλλαγών. Οπως αναφέρει, εξαιτίας των δασμών οι εξαγωγικές επιχειρήσεις της Ινδίας διατήρησαν τις τιμές τους αλλά μείωσαν τον όγκο των εξαγωγών τους στις ΗΠΑ κατά 18% έως 24% σε σύγκριση με τις εξαγωγές τους προς Ε.Ε., Καναδά και Αυστραλία. Και όπως εύστοχα σχολιάζουν οι ερευνητές του ινστιτούτου που συνέταξαν τη σχετική μελέτη, αντί να λειτουργούν ως φόροι στους ξένους παραγωγούς, οι δασμοί ισοδυναμούν με φόρους κατανάλωσης για τους Αμερικανούς. «Ο ισχυρισμός περί μεταφοράς πλούτου από τους ξένους στους Αμερικανούς με τη μορφή δασμών δεν έχει καμία βάση», τονίζει ο Τζούλιαν Χιντζ, καθηγητής οικονομικών στο πανεπιστήμιο Μπίλφιολντ της Γερμανίας και εκ των συντακτών της σχετικής μελέτης. Ο ίδιος υπογραμμίζει πως τα έσοδα ύψους 200 δισ. δολ. που εισέπραξε το αμερικανικό κράτος το περασμένο έτος «καταβλήθηκαν σχεδόν αποκλειστικά και μόνον από τους Αμερικανούς» και εκτιμά πως σύντομα θα δούμε τα αποτελέσματα ως επιτάχυνση του πληθωρισμού. Μέχρι στιγμής ο πληθωρισμός στις ΗΠΑ παραμένει σε σχετικά ελεγχόμενα επίπεδα, παρά τους δασμούς που επέβαλε πέρυσι ο Τραμπ στην πλειονότητα των εμπορικών εταίρων της υπερδύναμης.
Η σχετική έρευνα του Χάρβαρντ είχε καταλήξει λίγο παλαιότερα στο συμπέρασμα πως, έξι μήνες μετά την επιβολή τους στις εισαγωγές, μόλις το 20% των δασμών είχε μεταφερθεί στις τιμές των καταναλωτικών προϊόντων, ενώ το μεγαλύτερο μέρος των δασμών ενσωματωνόταν στο κόστος που κατέβαλλαν οι αμερικανικές εισαγωγικές επιχειρήσεις και επιχειρήσεις λιανικών πωλήσεων. Οι κάπως παλαιότερες αυτές έρευνες είχαν ήδη προκαλέσει αίσθηση, αλλά στην παρούσα συγκυρία ο αντίκτυπος της εμπορικής πολιτικής του Τραμπ βρίσκεται και πάλι στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος εξαιτίας των απειλών του για νέους δασμούς σε όσες ευρωπαϊκές χώρες εναντιώνονται στα σχέδιά του για τη Γροιλανδία. Αν επιβάλει τελικά δασμούς 25% σε χώρες-μέλη της Ε.Ε. και στη Βρετανία, αναμένεται να μειωθεί το ΑΕΠ της Ευρωζώνης από 0,2% έως 0,5%, σύμφωνα με σχετική ανάλυση της Capital Economics.

