Θεωρητικά είναι η δεύτερη, ή τουλάχιστον η δεύτερη, φορά που οι ΗΠΑ θα εμπλακούν σε εμπορικό πόλεμο με την Ε.Ε. με υπαιτιότητα του Ντόναλντ Τραμπ. Δεν πρόκειται, ωστόσο, για μια επανάληψη των όσων έχουμε δει στην πρώτη θητεία του απρόβλεπτου προέδρου των ΗΠΑ, ούτε για όσα διημείφθησαν ανάμεσα στις δύο πλευρές του Ατλαντικού την άνοιξη του περασμένου έτους, όταν η Ευρώπη και οι Ευρωπαίοι ηγέτες, θεωρώντας δεδομένο ότι έχουν πολλά να χάσουν από μια ρήξη με την Ουάσιγκτον, προτίμησαν να αποφύγουν την αντιπαράθεση και να συνάψουν μαζί του μια νέα διμερή εμπορική συμφωνία. Τώρα όμως τα πράγματα δεν είναι όπως ήταν πέρυσι και είναι πολύ πιθανόν αυτή τη φορά η Ευρώπη να μην τηρήσει την ίδια στάση. Αυτή τη φορά οι απειλές του Ντόναλντ Τραμπ για επιθετικούς δασμούς σε όσες ευρωπαϊκές χώρες εναντιώνονται στα σχέδιά του για τη Γροιλανδία ενδέχεται να οδηγήσουν τη Γηραιά Ηπειρο σε αντίστοιχα επιθετικές κινήσεις και σε έναν πραγματικά άγριο εμπορικό πόλεμο. Στην περίπτωση αυτή οι επιπτώσεις θα είναι επώδυνες για την αμερικανική οικονομία και, όπως σχολιάζει σχετικό ρεπορτάζ της Wall Street Journal, θα υποφέρουν όλοι, από τη Νότια Καρολίνα μέχρι τη Σίλικον Βάλεϊ. Θα είναι βέβαια επώδυνες και για την Ευρώπη, οι οικονομίες της οποίας σημειώνουν ήδη αναιμική έως και μηδενική ανάπτυξη.
Τα αντίμετρα που εξετάζουν αυτή τη στιγμή οι Ευρωπαίοι ηγέτες, από επιθετικούς δασμούς σε αμερικανικά προϊόντα αξίας 108 δισ. δολ. μέχρι τον αποκλεισμό των αμερικανικών πολυεθνικών από συμβόλαια ανάληψης έργων στην Ευρώπη, μάλλον δεν θα προκαλέσουν ύφεση στη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου. Αυτό εκτιμούν τουλάχιστον οι οικονομολόγοι, αλλά τονίζουν πως θα επιβραδυνθεί σίγουρα η ανάπτυξη της αμερικανικής οικονομίας, η οποία αντιμετωπίζει ήδη σχεδόν στασιμότητα του μεταποιητικού τομέα της. Παράλληλα, είναι βέβαιο ότι αν η Ευρώπη επιβάλει δασμούς στα αμερικανικά προϊόντα, θα οδηγηθούν στα ύψη οι τιμές για τους Αμερικανούς καταναλωτές και για τις αμερικανικές επιχειρήσεις, που ήδη αντιμετωπίζουν δυσβάσταχτη ακρίβεια καθώς ο πληθωρισμός στις ΗΠΑ δεν έχει ακόμη επιστρέψει σε ανεκτά επίπεδα. Το κυριότερο όλων όμως θα είναι, σύμφωνα με τους οικονομικούς αναλυτές, πως αν πληγούν οι βαθύτεροι δεσμοί ανάμεσα στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, τότε η Ευρώπη θα περιορίσει την εξάρτησή της από την αμερικανική οικονομία και θα συσφίγξει τις εμπορικές της σχέσεις με άλλες χώρες, με αποτέλεσμα να υπονομευτεί μια σχέση που αποτελεί τον μοχλό της ανάπτυξης και της ευημερίας και για τις δύο πλευρές και για πολλά χρόνια.
Αν πληγούν οι βαθύτεροι δεσμοί ανάμεσα στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, τότε η Ευρώπη θα περιορίσει την εξάρτησή της από την αμερικανική οικονομία και θα συσφίγξει τις εμπορικές της σχέσεις με άλλες χώρες.
Οι οικονομίες των δύο πλευρών είναι στενά συνδεδεμένες, καθώς η Ε.Ε. είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος των ΗΠΑ και από την Ευρώπη προέρχεται το μεγαλύτερο μέρος άμεσων ξένων επενδύσεων στις ΗΠΑ, που το 2024 έφτασαν στα 3,6 τρισ. δολ. Κάτι ανάλογο ισχύει και από την άλλη πλευρά, άλλωστε, καθώς οι αμερικανικές εταιρείες πλουτίζουν εξάγοντας λογισμικό, χρηματοπιστωτικά προϊόντα και πετρέλαιο στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Για τις ΗΠΑ το αποτέλεσμα ενός εμπορικού πολέμου θα είναι να μειώσουν οι αμερικανικές επιχειρήσεις τις εξαγωγές τους στην Ευρώπη, με συνεπακόλουθο να μειωθούν τα κέρδη τους αλλά και να ανοίξουν την πόρτα σε ανταγωνίστριές τους από την Κίνα. Στην περίπτωση αυτή θα διαμορφωθούν νέες σχέσεις συνεργασίας που δύσκολα θα αλλάζουν. Πολλοί αναλυτές προειδοποιούν παράλληλα πως οι απειλές του Τραμπ κατά των ευρωπαϊκών χωρών ενδέχεται να αποθαρρύνουν τους Ευρωπαίους επενδυτές, που θα μειώσουν τις τοποθετήσεις τους σε αμερικανικές μετοχές και ομόλογα. Το αποτέλεσμα θα είναι η αποδυνάμωση του δολαρίου, η υποχώρηση των αμερικανικών μετοχών και η αύξηση του κόστους δανεισμού των ΗΠΑ. Και αν αυξηθεί το κόστος δανεισμού των ΗΠΑ, τόσο του αμερικανικού Δημοσίου όσο και των αμερικανικών επιχειρήσεων, οι επιχειρήσεις θα μειώσουν τις επενδύσεις τους, τα νοικοκυριά θα περιορίσουν τις καταναλωτικές δαπάνες τους και όλα αυτά θα οδηγήσουν σε μικρότερη ανάπτυξη.
Είναι γεγονός ότι μετά την ύφεση της διετίας 2007-2009 το εμπόριο προϊόντων ανάμεσα στις δύο πλευρές του Ατλαντικού αυξάνεται λιγότερο. Την ίδια στιγμή, όμως, αυξάνονται με θεαματικούς ρυθμούς οι εξαγωγές υπηρεσιών των ΗΠΑ στην Ε.Ε., μεταξύ των οποίων χρηματοπιστωτικές, νομικές και ασφαλιστικές, αλλά πρωτίστως αυξάνονται όλο και περισσότερο οι υπηρεσίες που προσφέρουν τα κέντρα δεδομένων και ψηφιακών υπηρεσιών και υπολογιστικής νέφους που παρέχουν οι αμερικανικοί τεχνολογικοί κολοσσοί, όπως οι Microsoft, Amazon.com και Google. Κύριος προορισμός των υπηρεσιών τους είναι η Ε.Ε., καθώς η αξία τους έφτασε το 2024 στα 294,7 δισ. δολ. Αυτό σημαίνει πως οι τεχνολογικοί κολοσσοί των ΗΠΑ αντλούν μεγάλο τμήμα των εσόδων τους από τις ευρωπαϊκές χώρες και επομένως, αν επιβληθούν σκληροί δασμοί ή άλλοι περιορισμοί στις εξαγωγές τους, θα πληγούν σημαντικά. Επιπλέον, η αμερικανική οικονομία, που έως τώρα έχει αντέξει στους δασμούς του Ντόναλντ Τραμπ και εξακολουθεί να αναπτύσσεται, είναι ευάλωτη σε μια κλιμάκωση της έντασης με την Ευρώπη και ειδικότερα ο μεταποιητικός τομέας της. Οι εφοδιαστικές αλυσίδες του είναι στενά συνδεδεμένες με την Ευρώπη και μια αύξηση των δασμών θα εκτοξεύσει το κόστος των εξαρτημάτων που θα εισάγουν πολλές βιομηχανίες από την Ευρώπη, όπως οι μηχανές, οι τουρμπίνες και τα εξαρτήματα.

