Για σταθερή αύξηση στις αμυντικές δαπάνες ετοιμάζονται οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, χωρίς όμως να είναι ακόμα σαφές πόσο μπορεί ο επανεξοπλισμός να στηρίξει την ανάπτυξη σε μία περίοδο που η οικονομία της Ευρωζώνης έχει χαμηλή δυναμική.
Στο επίκεντρο της αμυντικής ενίσχυσης βρίσκεται η Γερμανία, η οποία δρομολογεί αμυντικές δαπάνες σχεδόν 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2029 από 2,1% το 2024. Ειδικότερα, η κυβέρνηση σκοπεύει να ξοδεύει τουλάχιστον 100 δισ. δολάρια ετησίως σε εξοπλισμό και συντήρηση άμυνας μέχρι το 2029.
Σύμφωνα με τον Νίκλας Γκάρνατ, οικονομολόγο της Goldman Sachs, ο αντίκτυπος στην ανάπτυξη μπορεί να είναι σημαντικός. «Αναμένουμε ότι οι αμυντικές δαπάνες θα ενισχύσουν το επίπεδο του γερμανικού ΑΕΠ κατά περίπου 0,8% και οι αμυντικές παραγγελίες αυξήθηκαν ουσιαστικά το τέταρτο τρίμηνο μετά την έγκριση του προϋπολογισμού του 2025 τον Σεπτέμβριο», επισήμανε. Αφότου εγκριθούν από τη Βουλή, τα μεγάλα συμβόλαια στον τομέα της άμυνας δίνονται σε κατασκευαστές και καταγράφονται στα επίσημα στοιχεία παραγγελιών των εργοστασίων. Οι παραγγελίες στη Γερμανία που συνδέονται με αμυντικές βιομηχανίες αυξήθηκαν κατά τουλάχιστον 50% στα τέλη του 2025 σε σύγκριση με τα ήδη αυξημένα επίπεδα που σημειώνονται μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Σε όρους εθνικών λογαριασμών, οι αμυντικές δαπάνες στηρίζουν το ΑΕΠ μέσω πολλαπλών διαύλων. Από την πλευρά της παραγωγής, αυξάνεται η προστιθέμενη αξία στη βιομηχανία αμυντικού υλικού και στις σχετικές αλυσίδες εφοδιασμού. Από την πλευρά της δαπάνης, τα ολοκληρωμένα οπλικά συστήματα που παραλαμβάνει το κράτος λογίζονται ως δημόσιες επενδύσεις και ενισχύουν άμεσα το ΑΕΠ τη στιγμή που μεταβιβάζεται η κυριότητά τους, ενώ οι αγορές πυρομαχικών ή του εξοπλισμού που βρίσκεται ακόμη σε στάδιο παραγωγής αποτυπώνονται ως μεταβολές αποθεμάτων στους εθνικούς λογαριασμούς. Οι οικονομολόγοι της Goldman Sachs εκτιμούν ότι το 2026 θα είναι έτος ήπιας ανάκαμψης στην Ευρωζώνη. Η τράπεζα προβλέπει ανάπτυξη 1,3% στο μπλοκ, ελαφρώς υψηλότερα από τις προβλέψεις της ΕΚΤ, χάρη στη δημοσιονομική στήριξη, τις ανθεκτικές καταναλωτικές δαπάνες και την αποκλιμάκωση των εμπορικών εντάσεων. Η δημοσιονομική ώθηση της Γερμανίας, που κινείται κατά κύριο λόγο γύρω από την άμυνα, αναμένεται να αντισταθμίσει τυχόν επιβαρυντικούς παράγοντες, συμβάλλοντας στη σταθεροποίηση της συνολικής στάσης της Ευρωζώνης σε ό,τι αφορά τα μέτρα πολιτικής.
Η πτώση των τιμών ενέργειας και η αύξηση των μισθών με ρυθμό ταχύτερο του πληθωρισμού είναι πιθανό να οδηγήσουν σε αύξηση της ζήτησης των νοικοκυριών. Στην περίπτωση εκεχειρίας στην Ουκρανία μπορεί να δοθεί επιπλέον ώθηση, καθώς θα βελτιωθούν οι συνθήκες γύρω από το ενεργειακό κόστος. Οι οικονομολόγοι ωστόσο τονίζουν ότι η αμυντική παραγωγή έχει ασυνήθιστα μεγάλους κύκλους παραδόσεων. Τα βιβλία των παραγγελιών καλύπτουν τέσσερα με πέντε χρόνια δραστηριότητας, με αποτέλεσμα ο αντίκτυπος στην ίδια την παραγωγή και το ΑΕΠ να είναι σταδιακά σε βάθος χρόνου. Επιπλέον, οι ειδικοί επισημαίνουν ότι οι υψηλότερες αμυντικές δαπάνες από μόνες τους δεν μπορούν να λύσουν τα βαθύτερα διαρθρωτικά προβλήματα της Ευρώπης. Η αύξηση του ανταγωνισμού από την Κίνα, τα υψηλότερα ενεργειακά κόστη, οι χαμηλές επενδύσεις σε τομείς υψηλής τεχνολογίας, τα ρυθμιστικά βάρη και η γήρανση του πληθυσμού συνεχίζουν να επιβαρύνουν τις μακροπρόθεσμες αναπτυξιακές προοπτικές της ηπείρου. «Αναμένουμε ότι η νέα εξαγωγική ώθηση της Κίνας θα επιβαρύνει το ευρωπαϊκό εμπόριο μέσω αύξησης εισαγωγών και εντονότερου ανταγωνισμού στις εξαγωγές, ιδίως στη Γερμανία και την Ιταλία», σημειώνει η Goldman Sachs. Οι αμυντικές δαπάνες φαίνεται πως πέρα από στρατηγική επιταγή θα είναι και μακροοικονομικός μοχλός για την Ευρώπη. Ενώ από μόνες τους δεν μπορούν να αλλάξουν τη μακροπρόθεσμη αναπτυξιακή πορεία της ηπείρου, μπορεί να παίξουν σημαντικό υποστηρικτικό ρόλο.

