Στον «αέρα» βρίσκεται η εμπορική συμφωνία μεταξύ Ευρωπαϊκής Ενωσης και Ηνωμένων Πολιτειών, που υπεγράφη τον περασμένο Ιούλιο με απώτερο σκοπό τη μείωση των εντάσεων μεταξύ των δύο πλευρών του Ατλαντικού.
Στη «σκιά», όμως, των χθεσινών απειλών του Ντόναλντ Τραμπ για νέους δασμούς εναντίον οκτώ κρατών μελών για την ανάπτυξη στρατιωτικών δυνάμεων τους στη Γροιλανδία, οι Βρυξέλλες ήδη προσανατολίζονται σε «πάγωμα» της επικύρωσης της συμφωνίας, ενώ στο τραπέζι βρίσκεται και το ισχυρό «εργαλείο κατά του εξαναγκασμού» (Anti-Coercion Instrument ACI).
Σήμερα, άλλωστε, έχει συγκληθεί έκτακτη συνεδρίαση των μονίμων αντιπροσώπων (Coreper) από την κυπριακή προεδρία του Συμβουλίου της Ε.Ε για να εξετάσει το ζήτημα, προφανώς και τις επιλογές του «μπλοκ» έναντι των απειλών του Τραμπ ότι η Δανία, Σουηδία, Γαλλία, Ολλανδία, Γερμανία, Φινλανδία καθώς και η Νορβηγία και Ηνωμένο Βασίλειο θα υποστούν δασμούς ύψους 10% σε όλα τα προϊόντα από την 1η Φεβρουαρίου. Πάντως, οι ΗΠΑ δεν έχουν δυνατότητα να επιβάλλουν δασμούς μεμονωμένα σε κράτη μέλη της Ε.Ε. Οι όποιοι νέοι δασμοί θα επιβληθούν στο σύνολο της Ε.Ε.
Κλιμάκωση στις διμερείς σχέσεις
Σε κάθε περίπτωση, οι δηλώσεις του Τραμπ προκαλούν κλιμάκωση στις σχέσεις Ε.Ε. – ΗΠΑ και πλέον θέτουν σε κίνδυνο την επικύρωση της εμπορικής συμφωνίας, που υπεγράφη τον Ιούλιο και με την οποία οι Βρυξέλλες υποχρεώθηκαν να συμφωνήσουν σε σταθερούς δασμούς 15% στους περισσότερους τομείς, προσφέροντας ως αντάλλαγμα μηδενικούς δασμούς σε αρκετά βιομηχανικά προϊόντα των ΗΠΑ.
Η συμφωνία, όμως, δεν έχει ακόμα επικυρωθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Χθες, ο επικεφαλής του κεντροδεξιού Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος (ΕΛΚ) Μάνφρεντ Βέμπερ ανέφερε ότι η κλιμάκωση των σχέσεων Ε.Ε. – ΗΠΑ θα οδηγήσει σε μη επικύρωση της συμφωνίας, που προγραμματιζόταν την επόμενη εβδομάδα.
«Το ΕΛΚ είναι υπέρ της εμπορικής συμφωνίας Ε.Ε.-ΗΠΑ, αλλά δεδομένων των απειλών του Ντόναλντ Τραμπ σχετικά με τη Γροιλανδία, η έγκριση δεν είναι δυνατή σε αυτό το στάδιο» έγραψε ο Βέμπερ. «Οι δασμοί του 0% στα αμερικανικά προϊόντα πρέπει να τεθούν σε αναμονή» τόνισε.
Στη «σκιά» των απειλών του Τραμπ έναντι της Γροιλανδίας, τις τελευταίες εβδομάδες άλλα ευρωπαϊκά πολιτικά κόμματα στο Ευρωκοινοβούλιο, όπως οι Σοσιαλδημοκράτες και οι Φιλελεύθεροι εισηγούνταν μη επικύρωση της εφαρμογής της εμπορικής συμφωνίας, όμως το ΕΛΚ εμφανιζόταν επιφυλακτικό. Η ψηφοφορία για την επικύρωσή της είχε, μάλιστα, προγραμματιστεί για τις 26 Ιανουαρίου.
«Εργαλείο κατά του εξαναγκασμού»
Εκτός από τη μη επικύρωσή της εμπορικής συμφωνίας με τις ΗΠΑ, η Ευρώπη έχει στη διάθεσή της και το ισχυρό «εργαλείο κατά του εξαναγκασμού» (ACI). Η επικεφαλής των Φιλελευθέρων (Renew) στο Ευρωκοινοβούλιο Βαλερί Αγιέ τόνισε χθες ότι «η ενεργοποίηση του ACI θα πρέπει να εξεταστεί ρητά, καθώς σχεδιάστηκε ακριβώς για καταστάσεις οικονομικού εκφοβισμού αυτού του είδους».
Το «εργαλείο» – που δεν έχει χρησιμοποιηθεί ακόμα- μπορεί να προκαλέσει εκτεταμένη οικονομία ζημία καθώς επιβάλει επενδυτικούς περιορισμούς, ανάκληση προστασίας πνευματικής ιδιοκτησίας, αναστολή αδειών εταιρειών, απαγόρευση πρόσβασης στις αγορές δημοσίων συμβάσεων της Ε.Ε. καθώς και κυρώσεις εναντίον συγκεκριμένων ατόμων. Αφορά αγαθά αλλά και υπηρεσίες.
Στη διάρκεια των επίπονων διαπραγματεύσεων έως την τελική συμφωνία μεταξύ Ε.Ε. και ΗΠΑ, ο Γάλλος πρόεδρος είχε ζητήσει αρκετές φορές από τις Βρυξέλλες να «απειλήσουν» τον Τραμπ με το «εργαλείο» αυτό, κάτι που η Κομισιόν ποτέ δεν έκανε.
Η απόφαση για εφαρμογή του εν λόγω εργαλείου χρειάζεται την έγκριση τουλάχιστον 15 κρατών μελών της Ε.Ε. καθώς απαιτείται ειδική πλειοψηφία, ενώ εναπόκειται στην Κομισιόν να το εφαρμόσει.
Σαφής και άμεση αντίδραση στις απειλές Τραμπ
Η αντίδραση της Ε.Ε στις νέες απειλές του Τραμπ χθες υπήρξε σαφής και άμεση. Σε κοινό ανακοινωθέν τους οι πρόεδροι των δύο ευρωπαϊκών θεσμών υπογράμμισαν ότι «οι δασμοί θα υπονόμευαν τις διατλαντικές σχέσεις, διακινδυνεύοντας μια επικίνδυνη καθοδική πορεία (τους)» και προσέθεσαν ότι «η Ευρώπη θα παραμείνει ενωμένη, συντονισμένη και αφοσιωμένη στην προάσπιση της κυριαρχίας της».
Η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και ο Αντόνιο Κόστα επισήμαναν, παράλληλα, ότι «η εδαφική ακεραιότητα και η κυριαρχία είναι θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου. Είναι απαραίτητες για την Ευρώπη και για τη διεθνή κοινότητα στο σύνολό της».

