Υπεγράφη σήμερα η ιστορική συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ενωσης και των χωρών της Mercosur στην Ασουνσιόν της Παραγουάης. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη εμπορική συμφωνία που έχει υπογράψει η Ε.Ε καθώς καλύπτει 700 εκατομμύρια πολίτες και σχεδόν το 30% του παγκόσμιου ΑΕΠ.
Η υπογραφή της συμφωνίας, ύστερα από 25 χρόνια διαπραγματεύσεων, έγινε εφικτή, μετά την έγκρισή της στις 9 Ιανουαρίου -μέσω ειδικής πλειοψηφίας -από τα κράτη μέλη του «μπλοκ» και παρά τις ισχυρές αντιδράσεις της Γαλλίας και Πολωνίας. Καθοριστική ήταν η ψήφος, ωστόσο, της Ιταλίας υπέρ της συμφωνίας, που είχε εξαρχής τη στήριξη της Γερμανίας και της Ισπανίας.
Σαφές ήταν το μήνυμα, που έστειλε η πρόεδρος της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν για τη γεωπολιτική σημασία της συμφωνίας κατά την τελετή υπογραφής της. «Επιλέγουμε το δίκαιο εμπόριο έναντι των δασμών, επιλέγουμε μια παραγωγική και μακροπρόθεσμη εταιρική σχέση έναντι της απομόνωσης και πάνω από όλα σκοπεύουμε να προσφέρουμε πραγματικά και απτά οφέλη στους λαούς και τις επιχειρήσεις μας».
«Οταν δύο περιοχές όπως οι δικές μας μιλούν με μία φωνή για παγκόσμια ζητήματα, ο κόσμος θα ακούει» σημείωσε η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν.
«Ηταν ένα μακρύ ταξίδι, αλλά η συμφωνία Ε.Ε-Mercosur, η οποία δημιουργεί τη μεγαλύτερη ζώνη ελεύθερων συναλλαγών στον κόσμο, έρχεται τη σωστή στιγμή, όταν τη χρειαζόμαστε περισσότερο» επισήμανε από την πλευρά του ο Αντόνιο Κόστα.
Για τις χώρες της Mercosur, η συμφωνία είναι εξίσου σημαντική και μάλιστα, επιλέχθηκε το κτίριο της κεντρικής τράπεζας (Banco Central) της Παραγουάης για τη σημερινή τελετή, το ίδιο μέρος όπου υπεγράφη το 1991 η δημιουργία της οικονομικής ένωσης Αργεντινής, Βραζιλίας, Ουρουγουάης και Παραγουάης.

Στην Ευρώπη, πάντως, οι διαμαρτυρίες των γεωργών και κτηνοτρόφων συνεχίζονται, ενώ την ερχόμενη Τρίτη αναμένονται νέες κινητοποιήσεις έξω από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Στρασβούργο, ενόψει ψηφοφορίας, που θα κρίνει εάν οι ευρωβουλευτές θα προσφύγουν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο κατά της συμφωνίας.
Αξίζει να σημειωθεί ότι τα 27 κράτη μέλη και οι χώρες της Mercosur – Βραζιλία, Αργεντινή, Ουρουγουάη και Παραγουάη – άρχισαν διαπραγματεύσεις το 1999, που όμως περιήλθαν σε αδιέξοδο επανειλημμένα, ιδίως λόγω της εναντίωσης ευρωπαίων αγροτών και κτηνοτρόφων.
Η συμφωνία, ωστόσο, θα πρέπει να επικυρωθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προτού τεθεί σε ισχύ.
Σύμφωνα με την Κομισιόν, ανοίγεται ένα ευρύ φάσμα οικονομικών ευκαιριών στην Ε.Ε με:
-Κατάργηση των δασμών στις εξαγωγές της Ε.Ε, συμπεριλαμβανομένων των γεωργικών προϊόντων διατροφής και των βασικών βιομηχανικών προϊόντων όπως αυτοκίνητα, μηχανήματα και φαρμακευτικά προϊόντα, εξοικονομώντας δασμούς αξίας 4 δισεκατομμυρίων ευρώ ετησίως στις επιχειρήσεις της Ε.Ε
-Καθιστώντας ευκολότερη, ταχύτερη και ασφαλέστερη την επένδυση σε βασικές αλυσίδες εφοδιασμού, συμπεριλαμβανομένων κρίσιμων πρώτων υλών και συναφών αγαθών
-Ενίσχυση της οικονομικής ασφάλειας και υποστήριξη της ψηφιακής και πράσινης μετάβασης και από τις δύο πλευρές
-Βοηθώντας την Ε.Ε και τη Mercosur να διαμορφώσουν τους παγκόσμιους εμπορικούς κανόνες, σύμφωνα με τα υψηλότερα πρότυπα της Ε.Ε.
Συγκεκριμένα, η συμφωνία θα επιφέρει τη σταδιακή απελευθέρωση του εμπορίου μέσω κατάργησης περίπου 90% των δασμών στις διμερείς εμπορικές ροές αγαθών, σε χρονικό ορίζοντα 10 έως 15 ετών.
Απαντώντας στις ανησυχίες αγροτών και παραγωγών τροφίμων, η Κομισιόν ισχυρίζεται ότι ανοίγεται πλέον άνευ προηγουμένου πρόσβαση στην περιοχή Mercosur, καθώς αναμένεται να αυξηθούν οι εξαγωγές γεωργικών προϊόντων διατροφής της Ε.Ε στη Mercosur έως και 50%, να μειωθούν οι δασμοί σε βασικά γεωργικά προϊόντα της ΕΕ, όπως το κρασί, τα οινοπνευματώδη ποτά, τα γαλακτοκομικά προϊόντα και το ελαιόλαδο και να προστατευθούν 344 γεωγραφικές ενδείξεις της Ε.Ε, παραδοσιακών προϊόντων τροφίμων και ποτών υψηλής αξίας, από αθέμιτο ανταγωνισμό και απομιμήσεις.
Σύμφωνα με αναλυτές, ωστόσο, Ιταλία και Ισπανία αναμένεται να επωφεληθούν περισσότερο από τη συμφωνία αυτή, καθώς έχουν ισχυρή γεωργική βάση, ενώ γενικά η οικονομική μεγέθυνση της Ε.Ε θα είναι μικρότερη έναντι των χωρών της Mercosur, καθώς υπολογίζεται να φθάσει το 0,1% έως το 2032. Η μακροπρόθεσμα μικρή συνεισφορά στην αύξηση του ΑΕΠ της Ε.Ε. και η ανισοκατανομή της μεταξύ των 27 κρατών μελών εξηγούν σε μεγάλο βαθμό τις επιφυλάξεις και αντιδράσεις έναντι της συμφωνίας, κυρίως, της Γαλλίας αλλά και της Πολωνίας.

