Την τελευταία πενταετία, ο άλλοτε «σπάταλος» ευρωπαϊκός Νότος βρήκε τα δημοσιονομικά του πατήματα. Προς διαφορετική κατεύθυνση κινείται η Γαλλία, η οποία τα τελευταία τρία χρόνια εμφανίζει έλλειμμα τουλάχιστον 5% του ΑΕΠ. Θα ήλπιζε κανείς ότι η σύγκριση με τις χώρες που επλήγησαν από την κρίση χρέους θα συνέτιζε τα πολιτικά μυαλά της Γαλλίας. Κι όμως, η Βουλή δεν έχει καταφέρει ούτε καν να εγκρίνει τον προϋπολογισμό για φέτος. Τώρα διεξάγεται η νέα κούρσα κοινοβουλευτικών μαχών για την υιοθέτηση προϋπολογισμού μέχρι το τέλος του μήνα. Σύμφωνα με τον Economist, πρόκειται για το αποτέλεσμα ενός μεγαλύτερου προβλήματος, μιας συλλογικής πολιτικής ανικανότητας. Ο Εμανουέλ Μακρόν έχει λόγο στα διεθνή θέματα, αλλά στη χώρα του έχει πολύ χαμηλά ποσοστά δημοφιλίας. Η κυβέρνησή του έχει 161 από τις 577 έδρες, με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζει προβλήματα στη λήψη ουσιαστικά κάθε απόφασης.
Η παράλυση αυτή, την οποία τα υπόλοιπα κόμματα απολαμβάνουν, ξεκίνησε το 2023, όταν η αντιπολίτευση και τα σωματεία εξαγριώθηκαν με τη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση του Μακρόν, που ανέβαζε το ελάχιστο όριο συνταξιοδότησης από τα 62 στα 64 έτη. Τα λαϊκιστικά κόμματα ξεσήκωσαν τον κόσμο και αφότου η ακροδεξιά Εθνική Συσπείρωση κέρδισε τις ευρωεκλογές το 2024, ο Μακρόν προκήρυξε εκτάκτως εκλογές, από τις οποίες βγήκε με μια μικρότερη μειοψηφία. Ο νέος πρωθυπουργός, ο Μισέλ Μπαρνιέ, κράτησε μόλις τρεις μήνες.
Ο διάδοχός του, Φρανσουά Μπαϊρού, πρότεινε τον περασμένο Ιούλιο έναν τολμηρό προϋπολογισμό που θα μείωνε το έλλειμμα στο 4,6%. Η Βουλή εναντιώθηκε και τον έδιωξε τον Σεπτέμβριο. Ο επόμενος πρωθυπουργός, Σεμπαστιάν Λεκορνί, κατάφερε να περάσει μέρος του προϋπολογισμού, υποκύπτοντας στο αίτημα των Σοσιαλιστών για «πάγωμα» της συνταξιοδοτικής ρύθμισης. Προκειμένου να περάσει τον υπόλοιπο, δέχθηκε μια μεγάλη λίστα νέων ή αυξημένων φόρων. Ο Ζαν-Λικ Μελανσόν, ηγέτης της Ανυπότακτης Γαλλίας, στέκεται σταθερά εμπόδιο στις αποφάσεις. Η Μαρίν Λεπέν και ο Ζορντάν Μπαρντελά, επικεφαλής της Εθνικής Συσπείρωσης, ελπίζουν για κατάρρευση του Μακρόν, ώστε να κερδίσουν στις εκλογές του 2027. Οι Σοσιαλιστές και οι Πράσινοι δεν έχουν άλλο όραμα για την επίλυση της κρίσης πέρα από την αύξηση των φόρων. Οι Ρεπουμπλικανοί, που θεωρούνται δημοσιονομικά συνετοί, επέτρεψαν το «πάγωμα» της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης, που μόνο φέτος θα κοστίσει στη Γαλλία 100 εκατ. ευρώ.
Ισως κανείς να μην μπορούσε να διαχειριστεί μια τόσο κατακερματισμένη κοινοβουλευτική ομάδα, αλλά η στάση του Μακρόν δεν έχει βοηθήσει. Πάντως, σύμφωνα με τον Economist, μέρος της ευθύνης φέρουν και οι ψηφοφόροι, οι οποίοι δεν εκτίμησαν τις επιτυχημένες οικονομικές πολιτικές του Μακρόν, αρνήθηκαν να αποδεχθούν ότι το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας πρέπει να αλλάξει και συνεχίζουν να ψηφίζουν τους πιο ανεύθυνους πολιτικούς.
Αυτό το πολιτικό χάος πλήττει τη Γαλλία σε μια ήδη πολύ δύσκολη περίοδο. Οπως και στην υπόλοιπη Ευρώπη, τα πλήγματα από τον Ντόναλντ Τραμπ και οι απειλές από τον Βλαντιμίρ Πούτιν συνεχίζονται. Η χώρα πρέπει να βρει χρήματα για αύξηση των αμυντικών δαπανών και αναβίωση μιας οικονομίας που απειλείται από τον κινεζικό ανταγωνισμό. Κι όμως, το χρέος είναι ήδη τόσο υψηλό ώστε οι όποιες επιπλέον δαπάνες θα πρέπει να αντισταθμιστούν από μειώσεις εξόδων ή αυξήσεις φορολογίας, η οποία είναι ήδη η υψηλότερη στο G7.

