Για έναν Λευκό Οίκο που έχει αναγάγει την «ενεργειακή κυριαρχία» σε ακρογωνιαίο λίθο της εξωτερικής του πολιτικής, το άνοιγμα του προέδρου Τραμπ προς το πετρέλαιο της Βενεζουέλας φαντάζει, στα χαρτιά τουλάχιστον, μια κίνηση ματ. Η προοπτική ελέγχου των μεγαλυτέρων αποθεμάτων αργού πετρελαίου στον κόσμο υπόσχεται την επέκταση της αμερικανικής ισχύος σε παγκόσμιο επίπεδο, μειώνοντας την εξάρτηση από τα κοιτάσματα της Μέσης Ανατολής και θέτοντας μεγάλους καταναλωτές, όπως η Κίνα, υπό την ομηρία της Ουάσιγκτον.
Η εμμονή του προέδρου
Ωστόσο, το δόγμα της «ενεργειακής κυριαρχίας» του 20ού αιώνα –η άποψη δηλαδή ότι το πετρέλαιο διαδραματίζει κομβικό ρόλο στην άσκηση οικονομικής και γεωπολιτικής επιρροής, που έχει εντυπωθεί στο μυαλό του Τραμπ τουλάχιστον από τη δεκαετία του 1980– συγκρούεται σήμερα με τις οικονομικές και τεχνολογικές πραγματικότητες του 21ου αιώνα.
Η εμμονή του Αμερικανού προέδρου με το πετρέλαιο ως «λάφυρο» από άλλες χώρες εγείρει ένα κρίσιμο ερώτημα: πόσο αξίζει πραγματικά η ενεργειακή κυριαρχία σε έναν κόσμο που έχει ήδη αλλάξει;
Σε μια πρώτη ανάγνωση ο έλεγχος των εξαγωγών πετρελαίου της Βενεζουέλας θα μπορούσε να επεκτείνει την ικανότητα των ΗΠΑ να προβάλουν ισχύ σε όλο τον πλανήτη, χωρίς να ανησυχούν τόσο πολύ για τις οικονομικές και πολιτικές συνέπειες των πετρελαϊκών κρίσεων. Ο επικεφαλής του ρωσικού κρατικού επενδυτικού ταμείου, Κίριλ Ντμίτριεφ, θεωρεί ότι η Ουάσιγκτον θα μπορούσε να αποκτήσει «τεράστια μόχλευση στην αγορά» του παγκόσμιου πετρελαίου. Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Τονγκ Ζάο, αναλυτής του Carnegie China, επισημαίνει από την πλευρά του ότι η επέκταση της αμερικανικής επιρροής στη Λατινική Αμερική θα μπορούσε να επιτρέψει στις ΗΠΑ να «διακόπτουν τον εφοδιασμό στρατηγικών πόρων προς την Κίνα κατά βούληση».
Ποιος θα επενδύσει;
Παρά τους μεγαλεπήβολους σχεδιασμούς της κυβέρνησης Τραμπ, η πραγματικότητα αποδεικνύεται διαφορετική. Το πρώτο μεγάλο εμπόδιο είναι η ίδια η δομή της αμερικανικής οικονομίας. Σε αντίθεση με τη Ρωσία ή τη Σαουδική Αραβία, οι ΗΠΑ δεν διαθέτουν εθνική πετρελαϊκή εταιρεία για να εκτελεί κυβερνητικές εντολές. Και ο ιδιωτικός τομέας δεν φαίνεται να συμμερίζεται τον ενθουσιασμό του Αμερικανού προέδρου. Η πρόσφατη συνάντηση με στελέχη του πετρελαϊκού κλάδου στον Λευκό Οίκο κατέληξε σε μια άβολη δημόσια αντιπαράθεση. Οταν ο διευθύνων σύμβουλος της ExxonMobil χαρακτήρισε τη Βενεζουέλα «μη επενδύσιμη», η απάντηση του Τραμπ από το Air Force One ήταν επιθετική: «Παίζουν πολύ χαριτωμένα… ίσως θα έπρεπε να τους κρατήσω εκτός». Στην πραγματικότητα η Βενεζουέλα, παρά τα τεράστια αποθέματά της, παράγει σήμερα μόλις το 1% του παγκόσμιου πετρελαίου, καθώς χρόνια κακοδιαχείρισης και αμερικανικών κυρώσεων έχουν ισοπεδώσει τις υποδομές της. Οι ιδιωτικοί κολοσσοί συνεπώς αρνούνται να επενδύσουν δισεκατομμύρια δολάρια σε μια χώρα με διαλυμένες υποδομές και υψηλό ρίσκο, ειδικά όταν η παγκόσμια αγορά πετρελαίου είναι ήδη κορεσμένη.
Στην εποχή της ενεργειακής μετάβασης και της σχιστολιθικής επανάστασης, το πετρέλαιο δεν είναι πλέον η «αχίλλειος πτέρνα» των ΗΠΑ. Με την τιμή του αργού να κινείται κοντά στα 56 δολάρια, η αγορά υποφέρει από υπερπροσφορά, όχι από έλλειψη.
Το 1973 έχει περάσει
Η νοοτροπία του Τραμπ, όμως, φαίνεται να έχει διαμορφωθεί από το πετρελαϊκό εμπάργκο του 1973, μια εποχή που το πετρέλαιο ήταν όντως η μεγάλη αδυναμία της Δύσης. Οπως σημειώνει όμως η Εϊμι Μάγιερς από το Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, «το 1973 έχει περάσει προ πολλού».
Οι παγκόσμιες αγορές κατακλύζονται από πετρέλαιο, με τις τιμές να κυμαίνονται σε χαμηλά επίπεδα πενταετίας και η αμερικανική οικονομία είναι πλέον πολύ λιγότερο ευάλωτη στους κραδασμούς της προσφοράς, καθώς βασίζεται σε ένα διαφοροποιημένο μείγμα πηγών ενέργειας. Επιπλέον, ενώ ο Τραμπ κυνηγάει το πετρέλαιο της Βενεζουέλας –και πιθανότατα του Ιράν– η Κίνα κυριαρχεί στις τεχνολογίες αιχμής, το πραγματικό πεδίο ανταγωνισμού του μέλλοντος.
«Υπό τον Τραμπ, η θέση των ΗΠΑ ως το μεγαλύτερο πετρελαϊκό κράτος στον κόσμο ενισχύεται. Κατά την άποψή μου αυτό είναι ένα κακό στοίχημα», συνοψίζει ο Κλιφ Κούπτσαν, πρόεδρος του Eurasia Group. Ο ίδιος προέβλεψε ότι ο Τραμπ θα μπορούσε σύντομα να εκφράσει ενδιαφέρον και για το πετρέλαιο του Ιράν. Η επικέντρωση στο πετρέλαιο, όμως, προσθέτει, φαίνεται να αποσπά την προσοχή της κυβέρνησης Τραμπ από την ανάγκη να καταστήσει τις ΗΠΑ πιο ανταγωνιστικές στην πώληση τεχνολογιών αιχμής, που βασίζονται στην ηλεκτρική ενέργεια, έναν τομέα στον οποίο η Κίνα διαπρέπει. «Ο Τραμπ δεν έχει άδικο ότι το πετρέλαιο προσφέρει επιρροή. Αλλά το αντάλλαγμα είναι πραγματικά σοβαρό», προειδοποιεί.

