Ενώ τα βλέμματα είναι στραμμένα στις διαπραγματεύσεις για τη λήξη του ρωσοουκρανικού πολέμου, οι επενδυτές κοιτούν ένα βήμα παραπέρα. Αν ο Ντόναλντ Τραμπ επιτύχει εκεχειρία, μπορεί να ξεκινήσει σχεδόν άμεσα μια τεράστια ανοικοδόμηση. Ο Tραμπ θέλει τη λήξη του πολέμου σχεδόν με κάθε όρο, ο Πούτιν θέλει να νικήσει παρότι οι συγκρούσεις βρίσκονται σε τέλμα και ο Ζελένσκι συνεχίζει να μάχεται για την εδαφική ακεραιότητα, ενώ οι Ευρωπαίοι σύμμαχοί του θέλουν να περιορίσουν γενικά τη ρωσική απειλή στην ήπειρο.
Την τελευταία τετραετία οι υποδομές της Ουκρανίας και η οικονομία της δέχθηκαν σφοδρά πλήγματα. Τον Νοέμβριο η Παγκόσμια Τράπεζα ξεκίνησε την ετήσια αξιολόγηση της καταστροφής και θα παρουσιάσει τα ευρήματά της τον επόμενο μήνα. Η εκτίμησή της στην αρχή του 2024 έφτανε τα 176 δισ. δολάρια σε φυσικές ζημιές, με επιπλέον οικονομικό πλήγμα 589 δισ. δολαρίων σε απώλεια παραγωγικότητας και αυξημένα κόστη. Επειτα από ένα ακόμη έτος πολέμου, τα νούμερα μπορεί να είναι μόνο υψηλότερα.
Οι εταιρείες ΑΠΕ μπορεί να είναι οι πρώτες «νικήτριες» μιας εκεχειρίας στην Ουκρανία.
Η ανοικοδόμηση αναμένεται να κοστίσει περίπου 524 δισ. δολάρια εις βάθος δεκαετίας και κατά πάσα πιθανότητα θα χρηματοδοτηθεί ιδίως από την Ε.Ε. και τον ιδιωτικό τομέα. Οι Βρυξέλλες άφησαν να εννοηθεί ότι σε αντάλλαγμα για τη στήριξή τους, η πλειονότητα των συμβολαίων ανοικοδόμησης θα πρέπει να δοθεί σε ευρωπαϊκές επιχειρήσεις. Αντίστοιχοι όροι αναμένονται και από την Ουάσιγκτον, στρέφοντας τυχόν επενδύσεις ανοικοδόμησης της Ουκρανίας προς Αμερικανούς εργολάβους. Σύμφωνα με το Reuters, εκτός από τα τουλάχιστον 140 δισ. δολάρια από δωρεές που αναμένεται να επενδύσουν οι ουκρανικές επιχειρήσεις, οι διεθνείς επενδύσεις θα επικεντρωθούν σε τρεις τομείς: ενεργειακές υποδομές, ακίνητα και υποδομές μεταφορών.
Η ανοικοδόμηση του ενεργειακού συστήματος έχει ήδη ξεκινήσει, με τις προσπάθειες να επικεντρώνονται στην επιδιόρθωση του δικτύου ηλεκτροδότησης και την ανέγερση νέων αιολικών και φωτοβολταϊκών πάρκων. Κατά πάσα πιθανότητα η χώρα θα προσπαθήσει να κάνει πιο ανθεκτικό το εγχώριο σύστημα, δεδομένου ότι η ρωσική απειλή θα παραμείνει. Συνεπώς, το Κίεβο ενδέχεται να στραφεί σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Αλλωστε, μια μεμονωμένη ρωσική επίθεση μπορεί να καταστρέψει ένα ολόκληρο εργοστάσιο –πυρηνικό ή φυσικού αερίου– που παρέχει μεγάλο μέρος της ενέργειας στη χώρα. Αν όμως η Ρωσία θέλει να καταστρέψει την αιολική και την ηλιακή δυναμικότητα, θα πρέπει να χτυπήσει δεκάδες σημεία.
Οι εταιρείες ΑΠΕ μπορεί να είναι οι πρώτες «νικήτριες» μιας εκεχειρίας στην Ουκρανία. Την ίδια στιγμή, πολλές ευρωπαϊκές βιομηχανίες τσιμέντου πήραν μεγάλη ώθηση το 2025 από το πακέτο επενδύσεων της Γερμανίας, που σημαίνει ότι οι κεφαλαιοποιήσεις τους έχουν ήδη εκτιναχθεί. Πράγματι, οι εταιρείες σ’ αυτούς τους τομείς αποτελούν μεγάλο κομμάτι του δείκτη ανοικοδόμησης της Ουκρανίας της UBS, ο οποίος ανέβηκε τουλάχιστον 50% το 2025, σύμφωνα με το Reuters. Ωστόσο, υπάρχουν κι άλλες ευρωπαϊκές εταιρείες οι οποίες είναι έτοιμες να επωφεληθούν από την ευκαιρία ανοικοδόμησης. Για παράδειγμα, η αυστριακή Wienerberger, η οποία δραστηριοποιείται σε μεγάλο εύρος –από τούβλα έως σωλήνες ύδρευσης– διαθέτει εργοστάσια κοντά στην Ουκρανία, στην Πολωνία και την Ουγγαρία. Θα μπορούσε να εξελιχθεί σε βασικό προμηθευτή, όχι μόνο για έργα υποδομών ύδρευσης, αλλά και για την ανοικοδόμηση κατοικιών στην ανατολική Ουκρανία. Σε πλεονεκτική θέση βρίσκεται και η μεγαλύτερη κατασκευαστική εταιρεία της Αυστρίας, η Strabag. Ο βασικός τομέας εξειδίκευσής της είναι η κατασκευή δρόμων, γεφυρών και σιδηροδρομικών γραμμών, ενώ διατηρούσε παρουσία στην Ουκρανία έως το 2018.

